Συντακτική Συνέλευση Τώρα

Η διακήρυξη του Μίκη Θεοδωράκη

Who's Online

We have 8 guests online

DemocracyCrisis Social Media

SocialTwist Tell-a-Friend

Statistics

Members : 26
Content : 131
Web Links : 22
Content View Hits : 42241
Ένα Διήγημα σε συνέχειες
Μέρος Τρίτο Print E-mail

 Μ. Κανέλλη, Η γυναίκα με τα παρθένα μάτια, Νέα Εστία Κ΄(1936), από την Ανθολογία του Ρένου Αποστολίδη, Το Διήγημα, 4ος τόμος, σσ.  147-160 (για τη μεταφορά Μ. Βαρδής)

(3o MEΡΟΣ)

(……) Μόνο όπου την άγγιζα, στο σημείο ακριβώς όπου εζευγάρωνε το δέρμα μου με το δέρμα της, εκοκκίνιζε, το κρέας της εκεί ελουλούδιζε καταπόρφυρο˙ και ύστερα αποχρωματίζονταν αμέσως-σα νάσβηνε κάποιο αόρατο χείλι την εστία της πυρκαγιάς…

Έτσι την επασπάτεψα σ’ όλες τις κοίλες της εκτάσεις, παντού όπου ήξερα δέρμα. Εκείνη με άφηνε αδιάφορη, με την ίδια έλλειψη αιδημοσύνης, σα να μην είχε περάσει ποτέ της από την περίοδο της παρθενικής συστολής-με άφηνε, λές και δεν εγνώριζε τη σεξουαλική σημασία του ανδρικού χαδιού, με την άπραγη αθωότητα δίχρονης παιδούλας…(….)

Την ήθελα (….)

Εψέλισσα:

-Μ’ αγαπάς;

Μου αποκρίθηκε με απόλυτο ειλικρίνεια.

-Όχι.

-Δε μ’ αγαπάς;

-Όχι.

(Ω, κόλαση! Όχι; Και μολαταύτα ήταν εκεί, θεόγυμνη, οριζόντια, χωρίς ούτε ένα χιλιοστόμετρο κενού ανάμεσα στις εφαρμοσμένες σκιές μας!)

Εψέλισσα οργίλα:

-Θα μ’ αγαπήσεις;

-Ίσως….

Ε, στο τέλος, τι μ’ ενδιέφερε η αγάπη, αφού εξασφάλιζα την ένωση; Τι με σκότιζε η ψυχή, αφού είχα τη σάρκα;

-Eλα!...

Δεν ήρθε κείνη σε μένα˙ όρμησα όμως εγώ σε κείνη, που δεν με απέφυγε, που με δέχθηκε με άβουλη συγκατάθεση. Και σε λίγο, κάτω από το διπλό βάρος έτριξε η άμμος….

Όταν συνήλθα από την εκμηδένιση, αυτή είχε ξαναπάρει την ίδια στάση κάτω από το φεγγάρι (…..)

Την ερώτησα:

-Τι βλέπεις;

Εσκίρτησε, έγινε πελιδνή:

-Τίποτα…

-Ποιο άστρο είναι αυτό;

-Το δικό μου άστρο.

Είδα ότι την ετάραζε αυτό το θέμα˙ όλο το κορμί της, σαν οργισμένο στόμα, εκατσούφιαζε. Άλλαξα συζήτηση:

-Να που μ’ αγάπησες λοιπόν….

-Όχι, σου είπα.

-Αφού μου δόθηκες…

Μ’ εκοίταξε κατάπληκτη˙ και ήταν πραγματικό, γεμάτο ειλικρίνεια, το ξάφνιασμά της:

-Eγώ;

-Εσύ…

-Σου δόθηκα εγώ;

Επείσμωσα στον ανδρικό μου εγωϊσμό:

-Τώρα δε σε χάρηκα;

Εκούνησε το κεφάλι της με οίκτο:

-Είσαι τρελός, αγόρι μου˙ ονειρεύεσαι. Είσαι φαίνεται ολιγαρκής. Σού φτάνει το όνειρο, όταν σου λείπει η πραγματικότης.

-Ώστε δεν έγινες δική μου;

Ύψωσε τους ώμους με φυσικότητα:

-Όχι, βέβαια. Και δε μπορούσα να γίνω δική σου, πρώτα-πρώτα γιατί δε σ’ αγαπώ. Και έπειτα γιατί…

-Γιατί;

-Είμαι ακόμη παρθένος.

Για πρώτη φορά είδα το αίμα της εντροπής να της βάφει τα μάγουλα.

Παρθένος;

Μου ήρθε να καγχάσω. Χα! Χα! Χα! Παρθένος; Ας ξαναγελάσω. . Χα! Χα! Χα! Τι με περνούσε δηλαδή; Για πρωτάρη έφηβο, με τις πρώτες δειλές ανιχνεύσεις, που αγνοεί τον αρχιτεκτονικό σχηματισμό του θηλυκού; (….)

Aλίμονο…

Ήξερε θαυμάσια τι έλεγε η γυναίκα με το κόκκινο γέλιο˙ αυτή ήταν όντως παρθένος-και ήμουν εγώ ο τρελός!

Από τότε άρχισε για μένα μία αλλόκοτη ζωή, τέτια που σίγουρα δεν εδόθηκε σε κανένα αρσενικό της γης να γνωρίσει.

Την είχα, χωρίς να την έχω. Ήταν ερωμένη μου πολύ, όσο μπορεί να είναι η γυναίκα ερωμένη του άρρενος (…)

Το πείσμα της εγέννησε το πείσμα μου. Δεν μου αρκούσε να είμαι ιδιοκτήτης σ’ όλο της το οικόπεδο˙ δεν μου έφτανε να είμαι καραβοκύρης σ’ όλο το κοίλο της σκαρί…

Ήθελα να το ομολογήσει και η ίδια. Έτσι η κατάκτηση της μου φαινόταν μισή (…)

Και τη ρωτούσα:

-Tί είσαι τώρα;

-Τίποτα…

-Δεν είσαι δική μου τώρα;

-Όχι…

Όχι! Ω δαίμονα! Δεν ήταν δική μου, ενώ ήταν δική μου! Τι μαρτύριο!

Και τότε η παλάμη μου εγούβιαζε σε στραγγάλισμα˙ το χάδι μου τροχίζονταν σε νύχι˙ τα χέρια μου ολίσθαιναν από τα μάγουλά της πιο κάτω, στο λαιμό της-στα δάχτυλά μου εκάπνιζε ο πόθος του φόνου της.

Και το φίλημά μου εσάπιζε στο κλάμα…

(…..)

Με τον καιρό και με την οικειότητα, πρόσεχα και άλλα ανεξήγητα πάνω σ’ αυτό το όν:

Δεν μεταχειριζόταν ποτέ της ρούζ για τα χείλη. Κι όμως τα χείλη της ήταν καταπόρφυρα πάντοτε, μέρα και νύκτα˙ δεν εξέβαφαν ποτέ˙ ακόμα και το σάλιο της ήταν κόκκινο.

Στην αρχή ανησύχησα-ενόμισα ότι έκανε αιμοπτύσεις. Της το είπα.

Εχαμογέλασε.

-Είμαι καλά…

-Μα…

-Εξέτασέ με, αφού είσαι γιατρός…

Εγδύθηκε ατάραχη, έμεινε στα χέρια μου γυμνή, από την τάγια και πάνω. Επήρα το στηθοσκόπιο, τρέμοντας μη φτάσουν στην ακοή μου οι κλασσικοί υποτρίζοντες.

Ακροάσθηκα..

Τίποτα!

Το αναπνευστικό της σύστημα λειτουργούσε κανονικά και αθόρυβα (…)

-Αλλα τότε;

-Τι;

-Αυτό το αίμα;

-Δεν είναι αίμα…

Εσήκωσε νευριασμένα τους ώμους:

-Τι σε νιάζει;

Oι νόμοι της Φυσικής και της Ιατρικής δεν ίσχυαν λοιπόν γι’ αυτό το απίστευτο πλάσμα, που εξέφευγε από τις σιδερένιες αρπάγες των;

Αλλοτε πάλι επρόσεξα ότι δεν εκοιμόταν τη νύκτα ποτέ˙ η αυγή την εύρισκε πάντοτε με ορθό το στήθος προς τη δύση, μ’ εχθρικά γυρισμένα τα νώτα προς την πύρινη λάβα της ανατολής.

Άγρυπνη, εξαντλούσε στα χείλη της όλη της νυκτός την παλίροια˙ και σιωπηλή, αχνή, ξαπλωμένη στην πολυθρόνα, εκατάπινε τα άστρα…

Όλα τα άστρα;

Όχι.

Κατόρθωσα να διακρίνω ότι από όλα τα’ αστέρια εκείνη εστύλωνε ρεμβό, γιομάτο νοσταλγία το βλέμα της σ’ ένα στέρι κόκκινο, που την εμαγνήτιζε και την εμάγευε ακατανίκητα…

 
Μέρος Δεύτερο Print E-mail

 Μ. Κανέλλη, Η γυναίκα με τα παρθένα μάτια, Νέα Εστία Κ΄(1936), από την Ανθολογία του Ρένου Αποστολίδη, Το Διήγημα, 4ος τόμος, σσ.  147-160 (για τη μεταφορά Μ. Βαρδής)

 (2ο ΜΕΡΟΣ)

(…..)

Μού έγνεψε:

-Πάμε;

-Πού;

-Πάμε…

Δεν επρόφερε αυτό το ρήμα˙ όχι, δεν το επρόφερε, σας το ορκίζομαι στο απαραίτητο και ιερό μου έγκλημα-το ορκίζομαι! Γιατί να σας απατήσω; Τι ανάγκη έχω εγώ να σας απατήσω; Με βλέπετε: Είμαι πεθαμένος…

Δεν εμίλησε τη λέξη «πάμε», δεν την άρθρωσε το στόμα της˙ και όμως με ξεκούφανε ο φοβερός της πάταγος-μου διάρηξε το τύμπανο.

Κι εγώ επήγα, την ακολούθησα δέσμιος πίσω της˙ η σκιά της με τραβούσε σα σκύλο της.

Κ’ επήγαμε! Εγώ και η γυναίκα με το κόκκινο γέλιο˙ εγώ και ο δαίμονας! Επήγαμε σ’ έναν ήρεμο δρόμο, σ’ ένα απόκρυφο κολπίσκο, απόμακρο, όπου το κύμα σα μέλι εγλύκαινε το ακρογιάλι, και πέρα απλωνόταν η θάλασσα πηχτή και ύπουλη και ασυνείδητη, λάγνη και στείρα, λες και τα νερά της είχε πληθύνει όλος ο σίελος των παγκόσμιων μοιχειών (…..)

Την εκοίταξα…

Φαινόταν ολόκληρη-και όμως δεν ήταν ούτε καν η μισή. Πού είχε πάει το άλλο, το υπόλοιπο σώμα της;

Η γυναίκα άρχισε να γδύνεται…

Γδυνόταν εμπρός μου ατάραχη, χωρίς αιδώ, αλλά και χωρίς αναίδεια, σα να μην ήταν πλάι της ο Άντρας, σα να μην ήμουν εγώ, παρά μόνον ο ίσκιος μου…

Με αγνοούσε;

Με ξεχνούσε;

Ποιος ξέρει;

Γδυνόταν…

Ένας-ένας έπεφταν από το ημιάυλο σώμα της οι πέπλοι του, σαν ατμοί που χωρίζουν από ατμούς. Κι’ εγώ έτρεμα…Έτρεμα, σαν κατάδικο κτήνος, μήπως μαζί με τα φορέματα, εξατμισθεί τώρα και η σάρκα της, μήπως η γυναίκα διαλυθεί στα μάτια μου και σκορπίσει σε αέρα, σ’ ομίχλη, σε τίποτα!

Δίχως να ανοίξει το στόμα της, μου είπε καθαρά (….)

-Πέσε…

-Πού;

-Στο νερό. Πέσε… (…)

Εψέλισσα, τρελός:

(Τρελός; Όχι, δεν ήμουν τρελός, όχι, δεν είμαι τρελός, ποιος λέει ότι είμαι τρελός;)

(…)

H γυμνή γυναίκα επιτακτικά μου έδειξε τη νεκρή θάλασσα (…)Η γυναίκα υψωνόταν ορθή, ανάμεσα στο φεγγάρι και σε μένα, και τότε εγώ, με ανέκφραστη φρίκη μου, παρατήρησα ότι ανάμεσά της έβλεπα το φεγγάρι! Το σώμα της, λες κι’ ήταν διάφανο, δεν διαθλούσε τις ακτίνες˙ δεν τις σταματούσε, δεν τις εμπόδιζε˙ το φεγγαρόφως επερνούσε λεύτερο μες από τους ιστούς της-σα να μην είχε σώμα από σάρκα, αλλ’ από γιαλί! (…..)

Ω! σίγουρα, δεν ήταν αυτή πλασμένη όπως οι γυναίκες της Γης, από νερό, ασβέστη, φώσφορο και κύτταρο. Αυτή ήταν ένα γέννημα υπερφυσικών βιολογικών συνδυασμών (…..)

Την είδα να πέφτει σε λίγο κι αυτή σιμά μου, στο ίδιο νερό.

Και πάλι ανατρίχιασα.

Έπεσε χωρίς ν’ ακούσω τον παραμικρό παφλασμό, βυθίστηκε σιωπηλά στο νερό, καθώς σκιά μέσα σε βελούδο….

Και η θάλασσα ολόγυρα στην πτώση της δεν εκυμάτισε, δεν άφρισε, (…..)

Αισθάνθηκα τρόμο. Ήθελα να την ιδώ! Ήθελα να την αγγίσω! Ήθελα ν’ εξακριβώσω τώρα, όχι ποια είναι-τι είναι….

Όρμησα πάνω της…(…)

Και τότε έγινε κάτι το φρικαλέο (….) Το χέρι μου καθώς την αγκάλιαζε δε συνάντησε αντίσταση! Το κορμί της δεν είχε ειδική πυκνότητα ανώτερη από την ειδική πυκνότητα του νερού!

Και της εχώρισα το σώμα της στη μέση, της το εδιχοτόμησα με το σφίξιμο˙ το χέρι μου, χωρίς να βρίσκει εμπόδιο στη σάρκα της, επίεσε το κορμί μου! (…..)

Δεν ήταν λοιπόν από ύλη;

Και τότε από τι ήταν;

Λες και κάποια αφάνταστη εξωγήινη αρρώστια είχε χαλαρώσει τη συνοχή των μορίων της, είχε αυξήσει τις αποστάσεις ανάμεσα στα κύτταρα, είχε εξαλείψει τη στενή επαφή των ατόμων-και το χέρι μου έτσι εύρισκε κάποιο τρόπο, κάποιο χώρο να περάσει μες από τα χάσματα. (….)

Με δεισιδαίμονα τρόμο-καθώς ατενίζει ο νυχτοπόρος στα μνήματα ένα βρυκόλακα-εκοίταξα το γυμνό κορμί της Γυναίκας.

 
Μέρος Πρώτο Print E-mail

 Μ. Κανέλλη, Η γυναίκα με τα παρθένα μάτια, Νέα Εστία Κ΄(1936), από την Ανθολογία του Ρένου Αποστολίδη, Το Διήγημα, 4ος τόμος, σσ.  147-160 (για τη μεταφορά Μ. Βαρδής)

 (1ο ΜΕΡΟΣ)

-Κατηγορούμενε, τι έχεις να απολογηθείς;

…………………………………………………………………………………..

Στην κυβική αίθουσα του κακουργοδικείου η λευκή σιωπή εξάπλωσε μετέωρα τα γιγαντιαία της φτερά……..

Όλοι οι παριστάμενοι, όλοι-και σύνεδροι και ένορκοι και δικηγόροι και ακροατήριο-, εκράτησαν την ανάσα των˙ στο στήθος των ασάλευτη εμαρμάρωσε η κοινή αγωνία.

Σαν αποβλακωμένος ο υπόδικος, σαν απορροφημένος από την πένθιμη παρέλαση των εσωτερικών βρυκολάκων του, δεν κινήθηκε˙ ούτε καν εφάνηκε να έχει ακούσει την καθιερωμένη δικονομική προσταγή του Προέδρου…

Πιο μετάλλινος, ξαναείπε ο τελευταίος:

-Κατηγορούμενε, τι απολογείσαι;

Mε τρόπο τον εσκούντηξε κάτω από το εδώλιο ένας από τους συνηγόρους του:

-Κύριε Βαλμή, την απολογία σας…

Και, πιο σιγά, για να τον καταλάβει μόνο το σωριασμένο πάνω στο σκαμνί της ατιμίας ερείπιο:

-Ελάτε˙ θάρρος, δυστυχισμένε μου φίλε….

Τότε μόνο συνήλθε ο κατηγορούμενος από το ληθαργικό του αποκάρωμα.

Τινάχθηκε πάνω, μηχανικά και αυτόματα ετακτοποίησε τα κατάμαυρα και σγουρά μαλλιά, που του εσκίαζαν βαρύ το κεφάλι, σαν με πτίλωμα κόρακος, και άνοιξε το στόμα για να μιλήσει.

Ήταν ο Παύλος Βαλμής, ο γνωστός στους κοσμικούς κύκλους γιατρός-νεαρός επιστήμων, τελειοποιημένος στην Ευρώπη, που έδινε τις πιο λαμπρές ελπίδες για ένα ένδοξο μέλλον και τον εθεωρούσαν σίγουρο υποψήφιο για μίαν από τις υφηγεσίες της Χειρουργικής.

Και τώρα;

Αλίμονο….

(Το φοβερό δράμα είχε έξαφνα πάνω του χιμήξει σαν όρνεο˙ του είχε τυφλώσει με το καννίβαλο ράμφος του και τα δύο μάτια της ευτυχισμένης του μοίρας…)

…………………………………………………………………………………….

Η «ελίτ» της αθηναϊκής κοινωνίας είχε συρεύσει την ημέρα της δίκης στο δικαστήριο˙ με μύριες αδηφάγες γλώσσες τον εροφούσε από όλους τους πόρους η λερναία περιέργεια του πλήθους.

Πράγμα παράξενο-γιατί θα έπρεπε να συμβαίνει το αντίθετο-˙ οι γυναίκες τον εσυμπονούσαν και οι άντρες του έριχναν το άδικο, του ακόντιζαν όλοι κατακέφαλα το βράχο της ύβρης:

-Κακούργε!

Ήταν κάτι πιότερο από πελιδνός την ώρα της απολογίας του ο Παύλος Βαλμής: ήταν πτωματικός, τεφρός, γαιόχρωμος-λες και από τώρα τον εκυρίευε, σαν πρόωρα πεθαμένο, η σκοτεινή πλημμυρίδα του χώματος…

(…………)

Άρχισε:

………………………………………………………………………………..

-Πού την εγνώρισα; Πώς την εγνώρισα; Γιατί την εγνώρισα; Δεν ξέρω…..Αρκεί ότι την εγνώρισα….Την εγνώρισα όσο μπορεί να γνωρίσει ένας άντρας μία γυναίκα. Δηλαδή δεν την εγνώρισα καθόλου….Γιατί όσο περισσότερο γνωρίζεις μία γυναίκα, τόσο περισσότερο την αγνοείς. Η γυναίκα είναι μία κατακόμβη λαβυρίνθου˙ όσο πιότερο εισδύεις στα βάθη της, τόσο και ολόγυρά σου μεγαλώνει το αβυσσαλέο σκοτάδι…

Ο Πρόεδρος τον διέκοψε με νευρικότητα:

-Κατηγορούμενε, εισέλθετε εις την ουσίαν, εις την ουσίαν! Εδώ δεν ήλθατε να φιλοσοφήσετε, αλλά να απολογηθείτε, να απολογηθείτε, να απολογηθείτε….

(…….)

Έτσι ο γιατρός Βαλμής μπόρεσε να συνεχίσει την απολογία του-με μία σύσταση μόνο: «να συντομεύει…., να συντομεύει…, να συντομεύει».

-Ήταν καλοκαίρι…..ένας κόκκινος Ιούλιος, κόκκινος σαν τα χείλη της, κύριοι….Ώρες-ώρες ενόμιζα ότι ο Ιούλιος είχε γεννηθεί από τα χείλη της, σα νάταν το στόμα της η μήτρα του χρόνου…Παραθέριζα τότε…(……)

Και την εγνώρισα!

Ούτε πατέρα είχε˙ ούτε μητέρα˙ ούτε συγγενείς˙ ήταν μόνη, και ξένη, και απόκοσμη, σαν να την είχε σπείρει στη γη μας ένας άλλος πλανήτης. Δεσποινίς; Κυρία; Χήρα; Δεν ήξερα, κανείς δεν ήξερε. Όλοι την έλεγαν: «Η γυναίκα με το κόκκινο γέλιο…»

Εχόρεψα μαζί της….

Ήταν λυγερή και σβέλτη, σαν υλοποίηση νεκρής καλλονής. Στο χορό μου εγλυστρούσε από τα χέρια μου, σαν πνεύμα θηλυκό˙ την έχανα εξαφνικά από την αγκάλη μου, ενώ βρισκόταν όλη μέσα στην αγκάλη μου (….)

Την έβλεπα όλη, όμως την ένιωθα μισή. Τα μάτια μου δεν διέκριναν έλλειψη στο φωτεινό της περίγραμμα, όμως η αφή μου αντιλαμβανόταν ένα κενό…(…..) Το κορμί της έφευγε, εδραπέτευε, εξαϋλωνόταν, εταξίδευε, και μου άφηνε μόνο το σχήμα του-εχόρευα, αλίμονο, μόνο με το εξωτερικό περίβλημα, με το κούφιο φλοιό του τέρατος.

(….) Η μέθη της ελάττωνε ακόμα-τι παράξενο!-, αντί να της αυξάνει, το σώμα της, που εφάνταζε τώρα σα λευκό φάσμα, και διάκρινα στη φόρμα του διάκενα, ρωγμές, λες και δεν ήταν υπαρκτό πλάσμα, αλλ’ εκτόπλασμα.

Δεν είχε σάρκα πια εκείνη την ώρα ο άτιμος δαίμονας, σαν να την είχε όλη διαλύσει το διαβρωτικόν οξύ του αλκοόλ.

Ήταν ένα περίπνευμα θηλείας.

* Οι παρενθέσεις  με τις εσωτερικές τους τελείες δηλώνουν την αναγκαστική εκ του μεγέθους του κειμένου αποκοπή τμημάτων αυτού-κατά την κρίση του μεταφορέα

 


  • Contador given two-year drug ban
    Spanish cyclist Alberto Contador, winner of the 2010 Tour de France, is handed a two-year ban for a doping offence.
  • Queen commemorates 60-year reign
    The Queen visits a school in Norfolk and there are gun salutes in London as she marks the 60th anniversary of her accession to the...
  • Bailout talks to resume in Greece
    Party leaders in Greece are to resume crisis talks on new austerity measures demanded by EU leaders in return for funds needed to avoid defaulting...

france24

Hurriyet Dailynews

Βιβλιοθήκη Herrk

  • Παπαδιαμάντης μεταφράζων και μεταφραζόμενος
    Ομιλίες από το συνέδριο για τον Παπαδιαμάντη και τη μετάφραση (7-8.10.2011. Πηγή) : Ο Παπαδιαμάντης αυτό-μεταφραζόμενος Καραγεωργίου Τασούλα “Μετάφραση” και...
  • Ο φόβος φυλάει την ερημιά μας
    Το ιστολόγιο “το πορτατιφ” προσαρμόζει στα τρέχοντα το ποίημα “Φοβάμαι” του Μ. Αναγνωστάκη. Αναδημοσίευση: Φοβάμαι τους ανθρώπους που κατηγορούν τους...
  • Ποια Ελλάδα καταρρέει;
    Ποια Ελλάδα καταρρέει; Η απουσία του αστικού στοιχείου ως το προπατορικό αμάρτημα του νεοελληνικού κράτους. Του Βλάση Αγτζίδη. Αναδημοσίευση από Καθημερινή (18.12.2011) Λίγα...
Design by KM.