Who's Online
We have 13 guests online
DemocracyCrisis Social Media
Statistics
Members : 31
Content : 146
Web Links : 22
Content View Hits : 44839
|
Επιλεγμένα κείμενα
|
Κοινή έκκληση για τη σωτηρία των λαών της Ευρώπης |
|
|
|
αναδημοσίευση από konstantakopoulos.blogspot.com
Εξήντα πέντε χρόνια μετά την ήττα του ναζισμού και του φασισμού, οι λαοί της Ευρώπης αντιμετωπίζουν σήμερα μια δραματική απειλή, όχι στρατιωτική αυτή τη φορά, αλλά οικονομική, κοινωνική και πολιτική.
Mια νέα «Αυτοκρατορία του Χρήματος» επιτίθεται εδώ και 18 μήνες, συστηματικά, στη μία ευρωπαϊκή χώρα μετά την άλλη, χωρίς να αντιμετωπίζει ουσιαστική αντίσταση.
Οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις όχι μόνο δεν οργανώνουν τη συλλογική άμυνα των ευρωπαϊκών εθνών απέναντι στις «αγορές», αλλά προσπαθούν να τις καθησυχάσουν, επιβάλλοντας πολιτικές «κατευνασμού», που θυμίζουν έντονα τον τρόπο που αντιμετώπισαν τον φασισμό, στη δεκαετία του 1930. Και οργανώνουν πολέμους χρέους μεταξύ των λαών της Ευρώπης, με την ίδια ελαφρότητα που οδηγήθηκαν από τη belle époque στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Η επίθεση των «αγορών» άρχισε με έναν πόλεμο κατά της Ελλάδας, χώρας-μέλους της ΕΕ, της οποίας ο λαός έπαιξε αποφασιστικό ρόλο στην αντίσταση κατά της βαρβαρότητας και την απελευθέρωση της Ευρώπης κατά τον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο. Αρχικά, ο πόλεμος αυτός ήταν επικοινωνιακός και θύμισε τις καμπάνιες εναντίον εχθρικών “χωρών-παριών”, όπως το Ιράκ ή η Γιουγκοσλαβία. Αυτή η καμπάνια παρουσίασε διεθνώς την Ελλάδα ως μια χώρα διεφθαρμένων τεμπέληδων, επιχειρώντας να αποδώσει στα «γουρούνια» της Ευρώπης και όχι στις διεθνείς τράπεζες την ευθύνη για την κρίση χρέους.
Σύντομα, η επίθεση αυτή εξελίχθηκε σε χρηματοπιστωτική κρίση, που κατέληξε στην υπαγωγή της Ελλάδας σε καθεστώς περιορισμένης κυριαρχίας και την επέμβαση του ΔΝΤ στα εσωτερικά της ευρωζώνης.
Όταν πήραν αυτό που ήθελαν από την Ελλάδα, οι “αγορές” στράφηκαν εναντίον των υπολοίπων, μικρότερων ή μεγαλύτερων χωρών της ευρωπεριφέρειας. Παντού, η επιδίωξη είναι μία: η πλήρης κατοχύρωση των αξιώσεων των τραπεζών έναντι των κρατών, η κατεδάφιση του ευρωπαϊκού κοινωνικού κράτους, θεμέλιου της ευρωπαϊκής δημοκρατίας και του ευρωπαϊκού πολιτισμού, η διάλυση των ευρωπαϊκών κρατών και η υποταγή όσων κρατικών δομών απομένουν στη νέα “Διεθνή του Χρήματος”.
H Eυρωπαϊκή Ένωση, που παρουσιάστηκε στους λαούς της ως μέσο για την συλλογική προκοπή και δημοκρατία τείνει να μετατραπεί σε μέσο κατάργησης της ευημερίας και της δημοκρατίας. Παρουσιάστηκε ως μέσο αντίστασης στην «παγκοσμιοποίηση», οι αγορές όμως τη θέλουν εργαλείο αυτής της «παγκοσμιοποίησης».
Παρουσιάστηκε στους Γερμανούς και τους άλλους ευρωπαϊκούς λαούς ως μέσο ειρηνικής αύξησης της ισχύος και της ευημερίας τους, ο τρόπος όμως με τον οποίο αφήνεται κάθε λαός έρμαιο των χρηματοπιστωτικών αγορών, καταστρέφει την εικόνα της Ευρώπης και καθιστά τις «αγορές» φορείς ενός νέου χρηματοπιστωτικού ολοκληρωτισμού, αφεντικά της Ευρώπης.
Κινδυνεύουμε να επαναλάβουμε, στην ήπειρό μας, το χρηματιστικό ισοδύναμο του Α’ και του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, να διαλυθούμε μέσα στο χάος και την αποσύνθεση, προς μεγάλη χαρά μιας διεθνούς Αυτοκρατορίας του Χρήματος και των Όπλων, στο οικονομικό κέντρο της οποίας βρίσκεται η δύναμη των «Αγορών».
Οι λαοί της Ευρώπης και όλου του κόσμου αντιμετωπίζουν μια ιστορικά πρωτοφανή συγκέντρωση οικονομικής, αλλά επίσης πολιτικής και εκδοτικής ισχύος, του διεθνούς χρηματιστικού κεφαλαίου, μιας χούφτας δηλαδή χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων και οίκων αξιολόγησης και μιας πολιτικής και εκδοτικής τάξης εξαγορασμένης από αυτά, με κέντρα περισσότερο εκτός, παρά εντός Ευρώπης. Αυτές είναι οι «αγορές», που επιτίθενται σήμερα στο ένα ευρωπαϊκό κράτος μετά το άλλο, χρησιμοποιώντας τον μοχλό του χρέους για να κατεδαφίσουν το ευρωπαϊκό κοινωνικό κράτος και τη δημοκρατία.
Η «Αυτοκρατορία του Χρήματος» επιβάλλει σήμερα τη γρήγορη, βίαιη, βάρβαρη μετατροπή μιας χώρας της ευρωζώνης, της Ελλάδας, σε χώρα του τρίτου κόσμου, με ένα πρόγραμμα δήθεν «σωτηρίας» της, στην πραγματικότητα “σωτηρίας” των τραπεζών που τη δάνεισαν. Στην Ελλάδα, η συμμαχία των τραπεζών και των πολιτικών ηγεσιών επέβαλε, δια της Ε.Ε., της ΕΚΤ και του ΔΝΤ, ένα πρόγραμμα που ισοδυναμεί με “οικονομική-κοινωνική δολοφονία” της χώρας και της δημοκρατίας της, οργανώνει τη λεηλασία της πριν από τη χρεωκοπία στην οποία οδηγεί, θέλοντας να τη καταστήσει αποδιοπομπαίο τράγο για την παγκόσμια οικονομική κρίση και να την χρησιμοποιήσει για να «παραδειγματίσει» και να τρομοκρατήσει όλους τους ευρωπαϊκούς λαούς.
Η πολιτική που ασκείται σήμερα στην Ελλάδα και επιχειρείται σταδιακά να γενικευθεί είναι η ίδια που εφαρμόστηκε στη Χιλή του Πινοτσέτ, στη Ρωσία του Γιέλτσιν ή στην Αργεντινή και θα έχει τα ίδια αποτελέσματα αν δεν διακοπεί άμεσα. Ως αποτέλεσμα ενός προγράμματος που υποτίθεται σκόπευε να τη βοηθήσει, η Ελλάδα είναι σήμερα στο χείλος της οικονομικής και κοινωνικής καταστροφής. Χρησιμοποιείται ως πειραματόζωο, για να μελετηθούν οι λαϊκές αντιδράσεις στον κοινωνικό δαρβινισμό και να τρομοκρατηθεί όλη η Ευρωπαϊκή Ένωση με αυτό που μπορεί να συμβεί σε ένα μέλος της.
Ίσως μάλιστα, οι αγορές σπρώχνουν και χρησιμοποιούν την ίδια την ηγεσία της Γερμανίας σε μια πράξη ουσιαστικής καταστροφής της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Συνιστά όμως πράξη ακραίας πολιτικής, ιστορικής τύφλωσης να νομίζουν οι κυρίαρχες δυνάμεις της ΕΕ και, πρώτη από όλες, η Γερμανία, ότι θα υπάρξει οποιοδήποτε σχέδιο ευρωπαϊκής ενοποίησης ή και απλής συνεργασίας, στα ερείπια ενός ή περισσοτέρων μελών της ευρωζώνης.
Η προγραμματιζόμενη κατεδάφιση των κυριότερων, παγκόσμιας σημασίας, πολιτικών και κοινωνικών επιτευγμάτων των ευρωπαϊκών λαών δεν μπορεί να θεμελιώσει καμιά Ευρωπαϊκή ‘Ένωση. Θα οδηγήσει στο χάος και την αποσύνθεση και θα ευνοήσει την ανάδειξη φασιστικών λύσεων στην ήπειρό μας.
Οι ιδιωτικές τράπεζες-γίγαντες της Wall Street υποχρέωσαν το 2008 τα κράτη και τις κρατικές τράπεζες να τις σώσουν από την κρίση που οι ίδιες προκάλεσαν, πληρώνοντας με τα λεφτά των φορολογουμένων το κόστος των τεράστιων απατών τους, όπως τα ενυπόθηκα δάνεια, αλλά και το κόστος της λειτουργίας ενός αρρύθμιστου καπιταλισμού-καζίνο, που επέβαλαν τα τελευταία είκοσι χρόνια. Μετέτρεψαν την δική τους κρίση σε κρίση δημόσιου χρέους.
Τώρα, χρησιμοποιούν την κρίση και το χρέος, που οι ίδιες δημιούργησαν, για να πάρουν από τα κράτη και από τους πολίτες τις λιγοστές εξουσίες που ακόμα διαθέτουν.
Αυτό είναι μονάχα το ένα μέρος της κρίσης χρέους. Το άλλο είναι, ότι το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο, μαζί με τις πολιτικές δυνάμεις που το στηρίζουν παγκοσμίως, επέβαλε την ατζέντα της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης, η οποία οδηγεί αναπόφευκτα στη μεταφορά της παραγωγής εκτός Ευρώπης και την προς τα κάτω σύγκλιση των κοινωνικών και οικολογικών κεκτημένων της Ευρώπης με αυτά του Τρίτου Κόσμου. Για πολλά χρόνια έκρυψαν αυτή τη διαδικασία πίσω από δάνεια, όμως τώρα χρησιμοποιούν τα δάνεια για να την ολοκληρώσουν.
Η «Διεθνής του Χρήματος» που θέλει να καταργήσει κάθε έννοια κράτους στην Ευρώπη, απειλεί σήμερα την Ελλάδα με χρεωκοπία, αύριο την Ιταλία ή την Πορτογαλία, ενθαρρύνει την αντιπαράθεση του ενός ευρωπαϊκού λαού στον άλλο, θέτει την Ευρωπαϊκή Ένωση προ του διλήμματος είτε να μετατραπεί σε δικτατορία των αγορών, είτε να διαλυθεί στα εξ ων συνετέθη. Επιδιώκει να γυρίσει την Ευρώπη, και όλο τον κόσμο μαζί της, σε μια κατάσταση σαν αυτή προ του 1945, αν όχι πριν από τη Γαλλική Επανάσταση και τον Διαφωτισμό.
Στα αρχαία χρόνια, η διαγραφή από τον Σόλωνα, των χρεών που κράταγαν τους φτωχούς δούλους των πλουσίων, η περίφημη μεταρρύθμιση της Σεισάχθειας, έβαλε τα θεμέλια για την γέννηση, στην Αρχαία Ελλάδα, των ιδεών της Δημοκρατίας, του Πολίτη, της Πολιτικής και της Ευρώπης, των θεμελίων του ευρωπαϊκού και παγκόσμιου πολιτισμού.
Αγωνιζόμενοι εναντίον της τάξης του πλούτου, οι πολίτες της Αθήνας άνοιξαν τον δρόμο στο πολίτευμα του Περικλή και την πολιτική φιλοσοφία του Πρωταγόρα που διακήρυξε «Πάντων χρημάτων μέτρων άνθρωπος».
Σήμερα, η τάξη του πλούτου επιχειρεί να εκδικηθεί το πνεύμα του Ανθρώπου: «Πάντων ανθρώπων μέτρον αγορές» είναι το σύνθημα που πρόθυμα ασπάζονται οι πολιτικές μας ηγεσίες, συμμαχώντας με τον διάβολο του Χρήματος, όπως έκανε ο Φάουστ.
Μια χούφτα διεθνών τραπεζών, οίκων αξιολόγησης, επενδυτικών funds, μια παγκόσμια συγκέντρωση χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου χωρίς ιστορικό προηγούμενο, διεκδικεί την εξουσία στην Ευρώπη και τον κόσμο, διαλύει τη μεσαία τάξη και τη μισθωτή εργασία, ετοιμάζεται να καταργήσει τα κράτη και τη δημοκρατία μας, χρησιμοποιώντας το όπλο του χρέους για να υποδουλώσει τους λαούς της Ευρώπης, να βάλει στη θέση της όποιας, όσης Δημοκρατίας διαθέτουμε, τη Δικτατορία του Χρήματος και των Τραπεζών, την εξουσία μιας ολοκληρωτικής Αυτοκρατορίας της Παγκοσμιοποίησης, το πολιτικό κέντρο της οποίας βρίσκεται εκτός της ηπειρωτικής Ευρώπης, παρά την παρουσία πανίσχυρων ευρωπαϊκών τραπεζών στην καρδιά της Αυτοκρατορίας.
Άρχισαν από την Ελλάδα, που χρησιμοποιούν έκτοτε ως πειραματόζωο, για να προχωρήσουν στη συνέχεια στις άλλες χώρες της ευρωπαϊκής περιφέρειας και, σταδιακά, του κέντρου. Η ελπίδα ορισμένων ευρωπαϊκών κρατών ότι θα γλυτώσουν τελικά, δεν αποδεικνύει παρά το ότι οι σημερινοί Ευρωπαίοι ηγέτες αντιμετωπίζουν την απειλή του νέου, “χρηματοπιστωτικού φασισμού”, όχι λιγότερο αψήφιστα από όσο αντιμετώπισαν στον μεσοπόλεμο την απειλή του Χίτλερ.
Και δεν πρέπει ασφαλώς να θεωρηθεί τυχαίο, ότι ένα μεγάλο μέρος των ΜΜΕ, ελεγχόμενο από τους τραπεζίτες, επέλεξε να επιτεθεί εναντίον της ευρωπαϊκής περιφέρειας, ονομάζοντας αυτές τις χώρες “γουρούνια” (PIGS) και στράφηκε σε μια περιφρονητική, σαδιστική, ρατσιστική καμπάνια, όχι μόνο εναντίον των Ελλήνων, αλλά και εναντίον της αρχαίας ελληνικής κληρονομιάς και του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού. Αυτή η επιλογή δείχνει τους βαθύτερους στόχους της ιδεολογίας και των αξιών του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου, που προωθεί τον καπιταλισμό της καταστροφής.
Η προσπάθεια μερίδας των γερμανικών ΜΜΕ να χρησιμοποιήσει κατά τρόπο εξευτελιστικό σύμβολα όπως η Ακρόπολη ή η Αφροδίτη της Μήλου, μνημεία απέναντι στα οποία στάθηκαν προσοχή ακόμα και οι αξιωματικοί του Χίτλερ, δεν είναι παρά η έκφραση της βαθειάς περιφρόνησης των τραπεζιτών, που ελέγχουν αυτά τα ΜΜΕ, όχι τόσο ή μόνο προς τους Έλληνες, όσο κυρίως προς τις ιδέες της ελευθερίας και της δημοκρατίας που γεννήθηκαν στον τόπο τους.
Το χρηματοπιστωτικό τέρας παρήγαγαν τέσσερις δεκαετίες αποφορολόγησης του κεφαλαίου, κάθε είδους “απελευθέρωσης των αγορών”, γενικευμένης απορρύθμισης, κατάργησης οποιωνδήποτε φραγμών στην κυκλοφορία κεφαλαίων και εμπορευμάτων, διαρκούς επίθεσης στο κράτος, μαζικής εξαγοράς των πολιτικών κομμάτων και των ΜΜΕ, οικειοποίησης του παγκόσμιου πλεονάσματος από μια χούφτα τράπεζες-βαμπίρ της Wall Street. Τώρα, αυτό το τέρας, αληθινό “Κράτος πίσω από τα Κράτη”, αποκαλύπτεται διεκδικώντας την ολοκλήρωση του οικονομικού και πολιτικού “διαρκούς πραξικοπήματος” που διεξάγει εδώ και τέσσερις δεκαετίες.
Απέναντι σε αυτή την επίθεση, οι δυνάμεις της ευρωπαϊκής δεξιάς και της σοσιαλδημοκρατίας μοιάζουν συμβιβασμένες, μετά από δεκαετίες “εισοδισμού” του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου, τα πιο σημαντικά κέντρα του οποίου βρίσκονται εκτός Ευρώπης. Από την άλλη πλευρά, τα συνδικαλιστικά και τα κοινωνικά κινήματα δεν είναι ακόμη ικανά να αποτρέψουν αποφασιστικά αυτή την επίθεση, όπως επανειλημμένα έκαναν στο παρελθόν. Αυτή την κατάσταση επιδιώκει να εκμεταλλευθεί ο νέος χρηματοπιστωτικός ολοκληρωτισμός, για να επιβάλλει τετελεσμένες, μη αντιστρέψιμες καταστάσεις σε όλη την Ευρώπη.
Είναι επιτακτική η ανάγκη για τον άμεσο συντονισμό δράσης πάνω από τα σύνορα των ευρωπαϊκών κρατών, μεταξύ των ανθρώπων των τεχνών και των γραμμάτων, των διανοούμενων, των αυτόβουλων κινημάτων, των κοινωνικών δυνάμεων και προσωπικοτήτων που αντιλαμβάνονται τη σημασία του διακυβεύματος. Πρέπει να δημιουργήσουμε ένα ισχυρό μέτωπο αντίστασης στην επελαύνουσα “Ολοκληρωτική Αυτοκρατορία της Παγκοσμιοποίησης”, προτού είναι αργά.
Η Ευρώπη μπορεί να επιβιώσει μόνο αν προτάξει μια ενωμένη απάντηση ενάντια στις Αγορές, μια πρόκληση μεγαλύτερη από αυτή που αυτές της απευθύνουν, ένα καινούριο, πανευρωπαϊκό «New Deal».
- Πρέπει να σταματήσουμε άμεσα την επίθεση κατά της Ελλάδας και των άλλων χωρών της περιφέρειας της Ε.Ε. Πρέπει να διακοπεί άμεσα η ανεύθυνη και εγκληματική πολιτική λιτότητας και ιδιωτικοποιήσεων, που οδηγεί κατευθείαν σε μια κρίση βαθύτερη από αυτή του 1929.
- Πρέπει να αναδιαρθρωθεί ριζικά το δημόσιο χρέος όλης της Ευρωζώνης και ειδικά σε βάρος των ιδιωτικών τραπεζικών γιγάντων. Οι τράπεζες πρέπει να επανελεγχθούν και η χρηματοδότηση της ευρωπαϊκής οικονομίας να τεθεί υπό εθνικό και ευρωπαϊκό δημόσιο και κοινωνικό έλεγχο. Δεν είναι δυνατόν να κρατάνε τα οικονομικά κλειδιά της Ευρώπης τράπεζες όπως η Goldman Sachs, η JPMorgan, η UBS, η Deutsche Bank κ.α. Πρέπει να απαγορευθούν τα ανεξέλεγκτα χρηματοπιστωτικά παράγωγα, αιχμή του δόρατος του καταστροφικού χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού και να δημιουργηθεί πραγματική οικονομική και παραγωγική ανάπτυξη, αντί της κερδοσκοπικής κερδοφορίας.
- Η παρούσα αρχιτεκτονική, βασισμένη στους κανόνες του Μάαστριχτ και του ΠΟΕ, έχει εγκαθιδρύσει ένα μηχανισμό παραγωγής χρέους στην Ευρώπη. Χρειάζεται ριζική αλλαγή όλων των συνθηκών, η υπαγωγή της ΕΚΤ στον πολιτικό έλεγχο των ευρωπαϊκών λαών, ένας χρυσούς κανών για ένα μίνιμουμ κοινωνικών, φορολογικών, οικολογικών στάνταρτ στην Ευρώπη. Να επιτραπεί ο απ’ ευθείας δανεισμός χωρών από την ΕΚΤ. Χρειαζόμαστε επειγόντως αλλαγή υποδείγματος. Την επιστροφή στην τόνωση της ανάπτυξης μέσω της τόνωσης της ζήτησης, μέσω νέων ευρωπαϊκών προγραμμάτων επενδύσεων, μια νέα ρύθμιση, επαναφορολόγηση, επανέλεγχο της διεθνούς ροής κεφαλαίου και εμπορευμάτων. Μια νέα μορφή έξυπνου και λογικού προστατευτισμού, στο πλαίσιο μιας ανεξάρτητης Ευρώπης, πρωταγωνίστριας στον αγώνα για έναν πολυπολικό, δημοκρατικό, οικολογικό, κοινωνικό πλανήτη.
Απευθύνουμε έκκληση στις δυνάμεις και στα άτομα που συμμερίζονται αυτές τις ιδέες, να συμπτύξουμε το ταχύτερο δυνατό ένα ευρύ, πανευρωπαϊκό μέτωπο δράσης. Να εκπονήσουμε ένα μεταβατικό ευρωπαϊκό πρόγραμμα, να συντονίσουμε την απαραίτητη όσο ποτέ διεθνή δράση μας, ώστε να κινητοποιήσουμε τις δυνάμεις του λαϊκού κινήματος, για να ανατρέψουμε τους σημερινούς συσχετισμούς δύναμης, τις σημερινές ιστορικά ανεύθυνες ηγεσίες των χωρών μας, για να σώσουμε τους λαούς μας και τις κοινωνίες μας. Να προστατέψουμε τη δημοκρατία πριν να είναι πολύ αργά για την Ευρώπη.
Αθήνα, Οκτώβριος 2011
Mίκης Θεοδωράκης
Αλέξης Τσίπρας
Δημήτρης Κωνσταντακόπουλος
Γιάννης Μυλόπουλος
Θεοδόσης Πελεγρίνης
Κωνσταντίνος Τσουκαλάς
Κώστας Δουζίνας
Κώστας Βεργόπουλος
Κυριάκος Κατζουράκης
Κάτια Γέρου
Γιάγκος Ανδρεάδης
Λουκάς Αξελός
Πέπη Ρηγοπούλου
Μανώλης Γλέζος
Την έκκληση συνυπογράφουν:
ΙΤΑΛΙΑ
Paolo Ferrero, Εθνικός Γραμματέας του Κόμματος Κομμουνιστικής Επανίδρυσης
ΙΣΠΑΝΙΑ
Jose Luis Centella, Γενικός Γραμματέας του Κομμουνιστικού Κόμματος Ισπανίας
Willy Meyer, Ευρωβουλευτής της Ενωμένης Αριστεράς Ισπανίας
Maite Mola, Αντιπρόεδρος του Κόμματος Ευρωπαϊκής Αριστεράς, υπεύθυνη Διεθνών Σχέσεων του Κομμουνιστικού Κόμματος Ισπανίας.
ΦΙΝΛΑΝΔΙΑ
Eero Ojanen, συνθέτης, πιανίστας
Monna Kamu, τραγουδιστής
Niko Saarela, ηθοποιός
Juha-Pekka Väisänen, εννοιολογικός καλλιτέχνης, Γενικός Γραμματέας του Κομμουνιστικού Κόμματος Φινλανδίας
Erkki Susi, Αρχισυντάκτης της εβδομαδιαίας εφημερίδας Tiedonantaja
ΓΑΛΛΙΑ
Pierre Laurent, Πρόεδρος του Κόμματος Ευρωπαϊκής Αριστεράς, Εθνικός Γραμματέας του Γαλλικού Κομμουνιστικού Κόμματος
Jean-Luc Melenchon, Ευρωβουλευτής, Συμπρόεδρος του Κόμματος της Αριστεράς (Parti de Gauche), υποψήφιος του Μετώπου της Αριστεράς (Front de Gauche) στις γαλλικές Προεδρικές Εκλογές 2012.
Martine Billard, Συμπρόεδρος του Κόμματος της Αριστεράς (Parti de Gauche)
Francis Wurtz, τ. Ευρωβουλευτής, τ. Πρόεδρος της Κοινοβουλευτικής Ομάδας της Ευρωπαϊκής Ενωτικής Αριστεράς-Βορειοευρωπαϊκής Πράσινης Αριστεράς (GUE/NGL) στο Ευρωκοινοβούλιο
Samir Amin, Πρόεδρος του Παγκόσμιου Εναλλακτικού Φόρουμ
Gerard Filoche, μέλος του Εθνικού Συμβουλίου του Σοσιαλιστικού Κόμματος
Jean-Pierre Page, συνδικαλιστής, πρώην μέλος της ηγεσίας της CGT
Bernard Cassen, επίτιμος πρόεδρος της ATTAC Γαλλίας
Francois Morin, οικονομολόγος
ΓΕΡΜΑΝΙΑ-ΕΛΒΕΤΙΑ
Klaus Ernst, Συμπρόεδρος της Γερμανικής Αριστεράς (Die Linke), Βουλευτής στο Ομοσπονδιακό Κοινοβούλιο
Dr. Gesine Loetzsch, Συμπρόεδρος της Γερμανικής Αριστεράς (Die Linke), Βουλευτής στο Ομοσπονδιακό Κοινοβούλιο
Oskar Lafontaine, Βουλευτής της Γερμανικής Αριστεράς (Die Linke) στο Κοινοβούλιο του Ζααρ, τ. πρωθυπουργός του Κρατιδίου του Ζάαρ (1985-1998), πρώην Πρόεδρος του Σοιαλδημοκρατικού Κόμματος της Γερμανίας
Prof. Dr. Lothar Bisky, καθηγητής ΜΜΕ και πολιτισμού, Ευρωβουλευτής της Γερμανικής Αριστεράς (Die Linke)
Dr. Gregor Gysi, Πρόδρος της Κοινοβουλευτικής Ομάδας της Γερμανικής Αριστεράς (Die Linke) στο Ομοσπονδιακό Κοινοβούλιο
Dr. Diether Dehm, τραγουδιστής, στιχουργός, Βουλευτής της Γερμανικής Αριστεράς (Die Linke) στο Ομοσπονδιακό Κοινοβούλιο
Wolfgang Gehrcke, Βουλευτής της Γερμανικής Αριστεράς (Die Linke) στο Ομοσπονδιακό Κοινοβούλιο
Sahra Wagenknecht, Βουλευτής της Γερμανικής Αριστεράς (Die Linke) στο Ομοσπονδιακό Κοινοβούλιο
Ulrich Maurer, Βουλευτής της Γερμανικής Αριστεράς (Die Linke) στο Ομοσπονδιακό Κοινοβούλιο
Stefan Liebich, Βουλευτής της Γερμανικής Αριστεράς (Die Linke) στο Ομοσπονδιακό Κοινοβούλιο
Renate Harcke, μέλος του Συμβουλίου της Γερμανικής Αριστεράς (Die Linke)
Prof. Dr. Wolfgang Methling, τ. Υπουργός περιβάλλοντος του Κρατιδίου Μακλεμβούργου-Δυτικής Πομερανίας (1998-2006)
Angelica Domröse, ηθοποιός, σκηνοθέτης στο θέατρο και την τηλεόραση
Heidrun Hegewald, ζωγράφος, συγγραφέας
Gina Pietsch, τραγουδίστρια, ηθοποιός
Renate Richter, ηθοποιός
Peter Sodann, ηθοποιός στο θέατρο και την τηλεόραση
Hilmar Thate, ηθοποιός στο θέατρο και την τηλεόραση
Hannes Wader, τραγουδιστής, στιχουργός
Konstantin Wecker, τραγουδιστής, στιχουργός
Prof. Dr. Manfred Wekwerth, σκηνοθέτης, συνεργάτης του Bertolt Brecht
Klaus Höpcke, δημοσιογράφος
Barbara und Winfried Junge, κινηματογραφιστές, βραβευμένοι για την ταινία “Die
Kinder von Golzow”/”The Golzow-Children”
Asteris Koutoulas, συγγραφέας
Takis Mitsidis, πολιτιστικός διευθυντής
Kostas Papanastasiou, αρχιτέκτονας, ηθοποιός, τραγουδιστής
Eckart Spoo, δημοσιογράφος, συντάκτης της πολιτικής-πολιτιστικής επιθεώρησης Ossietzky
Prof. Gunter Reisch, σκηνοθέτης
Dr. Beate Reisch, λογοτέχνης
Katja Ebstein, τραγουδίστρια, ηθοποιός
Prof. Dr. Heinrich Fink, θεολόγος, τ. Πρύτανης του πανεπιστημίου Humboldt του Βερολίνου
Daniela Dahn, συγγραφέας
Rolf Becker, ηθοποιός
EΛBETIA
Prof. Dr. Jean Ziegler, συγγραφέας, μέλος της Συμβουλευτικής Επιτροπής του Συμβουλίου του ΟΗΕ για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα
Την έκκληση υπογράφει επίσης ο Λατινοαμερικανός συγγραφέας Εντουάρντο Γκαλεάνο
|
|
|
Η υπέρβαση του πνευματικού εκπασοκισμού |
|
|
|
Η υπέρβαση του πνευματικού εκπασοκισμού, του Γιώργου Καραμπελιά, από το περιοδικό Άρδην, τ. 86
Η κρίση της ελληνικής οικονομίας και κοινωνίας, δεν έχει μέχρι σήμερα αναλυθεί επαρκώς, με συνέπεια να κυριαρχεί ακόμα και στην αντιπολίτευση απέναντι στην τρόικα και τη νέα κατοχή, μια μορφή πασοκικού-μεταπολιτευτικού λαϊκισμού, η οποία συσκοτίζει την πραγματικότητα.
Όπως τονίζουμε εδώ και δεκαετίες, η χειρότερη κληρονομιά που μας άφησε το ΠΑΣΟΚ είναι η αποβαρβάρωση και η υποβάθμιση του πνευματικού επιπέδου και της σκέψης του ελληνικού λαού. αυτό που προσφυώς έχει χαρακτηριστεί ως η πασοκοποίηση των Ελλήνων. Αυτή η βαθιά διαστροφή στηρίζεται στο διπλό σύστημα σκέψης και πράξης –που ούτως ή άλλως ενδημούσε στη χώρα μας εξαιτίας των περιπετειών που έχει περάσει επί αιώνες ο λαός μας– το οποίο εγκαθίδρυσε και επέβαλε ως κυρίαρχο για τη μεταπολιτευτική περίοδο το ΠΑΣΟΚ. Δηλαδή, άλλα διακηρύσσουμε και τα αντίθετα πράττουμε, άλλα υποστηρίζουμε τη μία ημέρα και τα εντελώς αντίθετα την επομένη: «Όχι στην ΕΟΚ των μονοπωλίων», «Έξω οι βάσεις του θανάτου». Κολωνακιώτες και φοιτητές του Πολυτεχνείου μπορούσαν να ισχυρίζονται πως «νόμος είναι το δίκιο του εργάτη», ενώ πανεπιστημιακοί της Αριστεράς υπεράσπιζαν αταλάντευτα τις «αθάνατες ιδέες του μαρξισμού», ενισχυόμενοι από δεκάδες προγράμματα και ιδρύματα τραπεζών. Άκαπνοι συνδικαλιστές, αναλωθέντες σε δεκαετίες ουζοποσίας και «αγώνων», καταλαμβάνουν υπουργικούς θώκους, «επαναστάτες» δημοσιογράφοι εισπράττουν πολλαπλά αντιμίσθια από πληθώρα αφεντικών, «αντιεξουσιαστές» απολαμβάνουν αργομισθίες σε κρατικά ιδρύματα και υπάλληλοι πολυεθνικών τραπεζών ευαγγελίζονται νέα αντάρτικα!
Και όλα αυτά σε μια εποχή που οι Έλληνες, για πρώτη φορά στη σύγχρονη ιστορία τους, έζησαν σε ομαλές πολιτικές συνθήκες και υπό καθεστώς σχετικής συλλογικής ευημερίας, και δεν υπήρχε καμία δικαιολογία γι’ αυτόν το γενικευμένο και αχαλίνωτο μεταμορφισμό. Διάγουμε υπό ένα καθεστώς συλλογικής απάτης/αυταπάτης χωρίς προηγούμενο, που μόνο ίσως κωμωδοί όπως ο Χάρυ Κλυν με τη γνωστή ατάκα του, «το κρασί παλιό, το τυρί μουχλιασμένο, το χαβιάρι μαύρο, ο αστακός ψόφιος», μπορούν να αποδώσουν. Πρόκειται κυριολεκτικώς για γενοκτονία εννοιών, αξιών, της ίδιας της σκέψης εντέλει. Μέσα σε αυτό το γενικευμένο κομφούζιο και την ελαστικοποίηση συνειδήσεων και ταυτοτήτων, οι Έλληνες κινδυνεύουν να χάσουν την ίδια τους την κρίση και την ευθυκρισία.
Εντούτοις, σήμερα, όλοι συμφωνούν, φραστικά, πως βρισκόμαστε μπροστά στην τελεσίδικη κρίση αυτού του μοντέλου: Η «μεταπολίτευση πρέπει να λάβει τέλος». Στην πραγματικότητα όμως ελάχιστοι από εκείνους που έχουν πρόσβαση στον δημόσιο λόγο, το εννοούν πραγματικά. Αντίθετα μάλλον εννοούν ότι ο κρυφός τους πόθος είναι το πώς θα διαιωνιστεί! Και αυτό διαφαίνεται στην πλειοψηφία των τοποθετήσεων, αναφορικά με την οικονομική κρίση που βιώνει η χώρα.
Τωόντι, ξεκινούν από μια αρχική –ορθή– παραδοχή πως η κυβέρνηση Παπανδρέου παρέσυρε την Ελλάδα σε μια «αναίτια» επιτάχυνση και επιδείνωση της κρίσης. Ωστόσο, στη συνέχεια, στηριγμένοι σε αυτή ακριβώς την παραδοχή, οδηγούνται σε μια ουσιαστική άρνηση του δομικού χαρακτήρα της παρούσας κρίσης, άρνηση που εδράζεται σε μια βαθύτατα ριζωμένη πεποίθηση/αυταπάτη πως, εντέλει ως δια μαγείας, μπορούμε να αποφύγουμε τις συνέπειές της.
Ποια είναι η κυρίαρχη –συνωμοσιολογικού χαρακτήρα– ερμηνεία της κρίσης; Πως η κρίση αποτελεί συνέπεια της βούλησης ορισμένων κύκλων – είτε κάποιων χωρών, είτε του «παγκόσμιου κεφαλαίου»– να πλήξουν καίρια την Ελλάδα και επομένως κάποιες κινήσεις απόρριψης των σχεδιασμών των πιστωτών μας θα μπορούσαν να οδηγήσουν είτε σε άρση των συνεπειών της είτε –ακόμα περισσότερο– σε μια άμεση επαναστατική μετεξέλιξη.
Όλοι θυμόμαστε πως, στην αρχική φάση της κρίσης, τόσο το ΚΚΕ όσο και ο ΣΥΡΙΖΑ μιλούσαν για «κατασκευασμένη κρίση», που σκόπευε απλώς να χαλιναγωγήσει το «λαϊκό κίνημα», ξεχνώντας πως τα αμέσως προηγούμενα χρόνια μια τεράστια κρίση είχε πλήξει ήδη το τραπεζικό σύστημα ολόκληρης της Δύσης. Όταν βέβαια βάθυνε και η κρίση του δημόσιου χρέους και άρχισε να επεκτείνεται σε περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες, για να φτάσει στην ίδια την Αμερική, η συνωμοσιολογική λογική μεταφέρθηκε σε κάποιους τραπεζικούς ή χρηματιστικούς κύκλους που επιθυμούν την καταστροφή των εθνικών οικονομιών και την ανάληψη της διακυβέρνησης του πλανήτη από τους ίδιους.
Όχι βέβαια πως δεν υπάρχουν τέτοιοι παράγοντες και αντίστοιχες παράμετροι στην κρίση: Και βέβαια ο ΓΑΠ, σε συνεργασία με το ΔΝΤ, προσπάθησε να επιβάλει ως αναπόφευκτα κάποια μέτρα λιτότητας και ελαστικοποίησης της εργασίας που πίστευε –ορθώς– ότι δεν θα μπορούσε να επιβάλει μέσα από την κανονική διαδικασία διακυβέρνησης. Χρειαζόταν μια πολιτική-σοκ. Ωστόσο, από αυτό το σημείο έως την άρνηση της κρίσης χρέους, παραγωγικότητας και παραγωγής της ελληνικής οικονομίας, υπάρχει μία τεράστια απόσταση. Αλλά είναι πιο εύκολο να πιστέψουμε πως για όλα ευθύνεται το «δόγμα του σοκ» που εφάρμοσε ο «αποστάτης του σοσιαλισμού» ΓΑΠ, ως πράκτορας των ξένων δυνάμεων και επομένως θα αρκούσε μια αλλαγή διακυβέρνησης και ένα άλλο «μείγμα πολιτικής» για να ξεφύγουμε από αυτήν.
Το ίδιο ισχύει με τους οίκους αξιολόγησης και τους μηχανισμούς που αναπτύσσονται γύρω από το χρηματιστήριο. Προφανώς κάποιοι κερδίζουν από την κρίση και τη χρήση των πληροφοριών, ή τις κατευθυνόμενες πληροφορίες, που τους βοηθούν να κερδίσουν αμύθητα ποσά μέσα από χρηματιστηριακές κομπίνες. Ωστόσο αυτά δεν αρκούν για να ερμηνεύσουν την υποβάθμιση της πιστοληπτικής δυνατότητας των ΗΠΑ, διότι πίσω της κρύβεται μια υπερχρεωμένη αμερικανική οικονομία και η κρίση ενός μοντέλου που από το 1980 εφαρμόζεται σε όλη τη Δύση, εκείνου της «ανάπτυξης» μέσω του χρηματοοικονομικού τομέα και της υποβάθμισης του παραγωγικού. Οι ΗΠΑ από το 1980 έως σήμερα εμφανίζουν αρνητικό ισοζύγιο εξωτερικών συναλλαγών. Τριάντα χρόνια μετά, και αφού η παραγωγή έχει μεταφερθεί στην Κίνα –που το 2010 ξεπέρασε για πρώτη φορά τη βιομηχανική παραγωγή των ΗΠΑ– και την Ασία, και ενώ μεσολάβησαν τρεις αποτυχημένοι στην ουσία πόλεμοι, η Δύση βρίσκεται στο σύνολό της υπερχρεωμένη – τόσο η ιδιωτική οικονομία όσο και τα κράτη. Η Δύση είναι υποχρεωμένη να αναπροσαρμόσει το οικονομικό και το κοινωνικό της μοντέλο για να μπορέσει να επιβιώσει στη «νέα εποχή».
Αν όλα αυτά συνδυαστούν με τη μεγέθυνση της οικολογικής κρίσης, που επιβαρύνει υπέρμετρα και αυξητικά την κερδοφορία του συνολικού κεφαλαίου, τότε καθίσταται προφανές πως η κρίση που αντιμετωπίζουμε δεν είναι απλώς συγκυριακή, ούτε μόνο μια συνωμοσία του χρηματιστικού κεφαλαίου –πράγμα βέβαια που δεν αναιρεί, αντίθετα πυροδοτεί τη συνωμοτική δράση των ελίτ–, αλλά η σημαντικότερη και καθολικότατη κρίση του δυτικού καπιταλισμού, ίσως σε ολόκληρη την ιστορία του. Διότι αφορά στο τέλος μιας δυτικής ηγεμονίας, που αρχίζει από τη Βενετία και την απομύζηση του Βυζαντίου στα τέλη του 11ου αι. και την ανατροπή της σχέσης Μητροπόλεις-Τρίτος Κόσμος, πάνω στην οποία κινήθηκε επί οκτώ αιώνες ο δυτικός ιμπεριαλισμός.
Αυτά τα προφανή και πανθομολογούμενα –εκτός Ελλάδας– δεδομένα, μάταια θα τα αναζητήσει κανείς ως στοιχεία του προβληματισμού στις περισσότερες ελληνικές παρεμβάσεις και τοποθετήσεις γύρω από την κρίση. Στην καλύτερη περίπτωση, επισημαίνεται ο παρασιτικός χαρακτήρας της ελληνικής οικονομίας, αλλά απουσιάζει ένας προβληματισμός για το συνολικό, παγκόσμιο πλαίσιό της. Καθόλου τυχαία, εξάλλου, μπεστ σέλερ στην Ελλάδα θα γίνει ένα βιβλίο όπως της Ναόμι Κλάιν –εξαίρετο σε ό,τι αφορά στον τρόπο που στήνεται ο μηχανισμός για τα μέτρα-σοκ από τη διεθνή ελιτ–, δεν αφορά ωστόσο το υπαρκτό υπόβαθρο της κρίσης.
Ο «δαίμονας» του νεοφιλελευθερισμού
Το κυριότερο επιχείρημα, ιδιαίτερα της Αριστεράς, αλλά όχι μόνο, είναι πως η κατάρρευση που βιώνουμε αποτελεί μια «κρίση του νεοφιλευθερισμού», γεγονός που, εκ του αντιθέτου, αναβαθμίζει τις λεγόμενες κεϋνσιανές ή σοσιαλδημοκαρτικές πολιτικές, ενίσχυσης της ζήτησης, έτσι ώστε «να πάρει μπροστά η οικονομία». Η διαμάχη ανάμεσα στην κεϋνσιανή και τη φιλελεύθερη στρατηγική διαρκεί εδώ και τριάντα χρόνια, από τότε που πρώτη η Θάτσερ στην Αγγλία έσπασε την κεϋνσιανή συναίνεση της Δύσης, επιβάλλοντας για πρώτη φορά μια νεοφιλελεύθερη στρατηγική συρρίκνωσης του κοινωνικού κράτους, ιδιωτικοποιήσεων, ελαστικοποίησης των εργασιακών σχέσεων, απορύθμισης του τραπεζικού τομέα κ.λπ. Στη συνέχεια θα ακολουθήσει ο Ρέιγκαν στις ΗΠΑ, σταδιακώς δε η κίνηση θα γενικευθεί στο σύνολο του δυτικού κόσμου. Στη δεκαετία του 1990 μάλιστα –μετά και την κατάρρευση του σοσιαλιστικού στρατοπέδου– ο νεοφιλευθερισμός θα πάψει να έχει ουσιαστικούς αντιπάλους στο εσωτερικό των πολιτικών δυνάμεων της Δύσης, μια και σε αυτόν θα προσχωρήσουν και οι, κατά τεκμήριο αντίπαλοί του, σοσιαλδημοκράτες. Στη Γερμανία, κάστρο της σοσιαλδημοκρατίας και της κεϋνσιανής ρύθμισης, οι σοσιαλδημοκρατικές κυβερνήσεις του Σρέντερ, συνεπικουρούμενες από τους Πράσινους του Φίσερ, θα επιβάλουν μια πολιτική λιτότητας και περιστολών, με αποτέλεσμα ένα μέρος του κόμματος, υπό τον Λαφοντέν, να αποχωρήσει, και η εξουσία να περάσει στους Χριστιανοδημοκράτες. Ανάλογη πορεία θα εγκαινιάσει δειλά-δειλά και στην Ελλάδα ο Σημίτης.
Έκτοτε η κομμουνιστογενής Αριστερά, η αριστερή σοσιαλδημοκρατία, καθώς και η Άκρα Αριστερά εγκαινιάζουν μια έντονη πολεμική ενάντια στη σοσιαλδημοκρατία, για την «προδοσία» της, την εγκατάλειψη του κεϋνσιανισμού και την υιοθέτηση νεοφιλελεύθερων πολιτικών. Το ίδιο γίνεται κατά κόρον εδώ και δεκαπέντε χρόνια στην Ελλάδα, όπου θεωρείται πως η εγκατάλειψη του κοινωνικού χαρακτήρα της σοσιαλδημοκρατίας, είναι αποτέλεσμα είτε των πιέσεων της ΕΕ –από το ΚΚΕ– είτε του «κεφαλαίου», είτε και των δύο μαζί, είτε τέλος έκφραση της κοινωνικής μετάλλαξης των στελεχών των σοσιαλιστικών κομμάτων. Προφανώς όλα αυτά ισχύουν: Η ΕΕ και το κεφάλαιο πιέζουν για νεοφιλελεύθερες πολιτικές και ο κομματικός μηχανισμός του ΠΑΣΟΚ έχει υποστεί μετάλλαξη, έχοντας μεταβληθεί στη νέα ελίτ της εξουσίας. Εντούτοις, δεν αρκούν για να εξηγήσουν για ποιο λόγο δεν κατέστη δυνατή η ανάδειξη κάποιας αξιόπιστης εναλλακτικής πολιτικής δύναμης, για πάρα πολλά χρόνια, και γιατί κυριάρχησε μια ομοφωνία νεκροταφείου σε ολόκληρη την κοινωνία. Και η απάντηση –ως συνήθως– ήταν προφανής, αλλά δυσκολοπρόφερτη: απλούστατα, διότι ο νεοφιλελευθερισμός ήταν πλέον μονόδρομος για το κεφάλαιο σε ολόκληρη της Δύση!
Ο νεοφιλελευθερισμός, κατέστη αναγκαίος για να θεραπεύσει τη βαθύτατη κρίση που ταλάνιζε τη δυτική οικονομία σε όλη τη δεκαετία του 1970. Οι κεϋνσιανές πολιτικές έχουν ως προϋπόθεση την ανάπτυξη, έτσι ώστε και τα κέρδη του κεφαλαίου να αυξάνονται και παράλληλα να διευρύνεται το κοινωνικό κράτος. Όμως, η αναστάτωση που προκάλεσε η εργατική και νεολαιίστικη εξέγερση των δεκαετιών 1960-1970, καθώς και η εξέγερση των λαών του Τρίτου Κόσμου –ήττα των ΗΠΑ στο Βιετνάμ και πετρελαϊκή κρίση του 1973–, οδήγησε σε μια παρατεταμένη κρίση και σε μια κοινωνική ισορροπία μεταξύ εργασίας και κεφαλαίου, η οποία είχε σαν αποτέλεσμα τη δραστική μείωση των κερδών. Η απάντηση του κεφαλαίου υπήρξε διττή: αποβιομηχανοποίηση, ελαστικοποίηση της εργασίας και σταδιακή συρρίκνωση του κοινωνικού κράτους στο εσωτερικό, με ταυτόχρονη εξαγωγή ενός αυξανόμενου ποσοστού της βιομηχανικής παραγωγής στις χώρες του Τρίτου Κόσμου. Παράλληλα, μέσω του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου (ΠΟΕ), κατεδαφίζει τη δασμολογική προστασία και δημιουργεί, ιδιαίτερα μετά την πτώση του Τείχους, μια παγκόσμια ενοποιημένη αγορά.
Έτσι, για τρεις τουλάχιστον δεκαετίες, προκειμένου να ξεπεράσει την κρίση κερδοφορίας στις μητροπόλεις, η Δύση χρηματοδοτεί τη μεταφορά της βιομηχανικής παραγωγής στην Ανατολή, υιοθετεί μια γενικευμένη απορύθμιση και οικοδομεί ένα τερατώδες και πολυδαίδαλο χρηματοπιστωτικό σύστημα, μια και ένα αυξανόμενο μέρος των κερδών παράγεται από αυτό το σύστημα και όχι από τη μεταποιητική βιομηχανία. Γι’ αυτό και ο νεοφιλελευθερισμός κατέστη κυριολεκτικά μονόδρομος για το δυτικό κεφάλαιο.
Για να μπορέσει όμως να συντηρήσει το κράτος και το επίπεδο κατανάλωσης, μεταβάλλεται σε μια οικονομία γενικευμένου καταναλωτικού δανεισμού. Όχι του παραγωγικού δανεισμού των επιχειρήσεων, που δανείζονται από τις τράπεζες για να διευρύνουν την παραγωγή τους, ούτε καν ενός κρατικού δανεισμού που αποσκοπεί στην ανάπτυξη των υποδομών, αλλά κατ’ εξοχήν ενός δημόσιου και ιδιωτικού δανεισμού, καταναλωτικά προσανατολισμένου.
Αυτό το μοντέλο της κατευθυνόμενης «παγκοσμιοποίησης» και του δανεισμού κάποτε θα έφθανε στα όριά του, ενώ οι χώρες του άλλοτε Τρίτου Κόσμου έπαψαν να αποτελούν απλώς εργαστήρια συναρμολόγησης καταναλωτικών προϊόντων και μεταβάλλονται σταδιακά σε παραγωγούς και προϊόντων που βρίσκονται ψηλά στην τεχνολογική αλυσίδα: η Κίνα, επί παραδείγματι, παράγει πλέον τα ταχύτερα τρένα στον κόσμο και όχι μόνο φτηνά υφάσματα, ενώ η Βραζιλία αεροπλάνα εξαιρετικά ανταγωνιστικά στην παγκόσμια αγορά. Κατά συνέπεια, τα ελλείμματα του ισοζυγίου εμπορικών ανταλλαγών των χωρών της Δύσης –εκτός Γερμανίας και Ιαπωνίας– έγιναν εκρηκτικά, ενώ διογκώθηκε το ιδιωτικό και δημόσιο χρέος σε βαθμό που δεν είναι πλέον διαχειρίσιμο. Το αποτέλεσμα είναι μια αλυσιδωτή κρίση, που εγκαινιάστηκε με το σπάσιμο της φούσκας των στεγαστικών δανείων στις ΗΠΑ, επεκτάθηκε στις τράπεζες όλου του δυτικού κόσμου και, μετά το 2009, μετατράπηκε σε κρίση δημόσιου δανεισμού, με πρώτα θύματα την Ελλάδα, την Πορτογαλία, την Ιρλανδία. και είναι βέβαιο πως, με τον έναν ή άλλο τρόπο, θα επεκταθεί και σε άλλες δυτικές οικονομίες, ενώ η ίδια η Αμερική μοιάζει να συνταράζεται συθέμελα.
Η ελληνική ιδιαιτερότητα
Προφανώς, εκείνες οι χώρες που επλήγησαν περισσότερο από αυτή την κρίση υπήρξαν οι χώρες της ευρωπαϊκής περιφέρειας, και κατ’ εξοχήν η Ελλάδα, οι οποίες, ενώ συμμετέχουν στην Ευρωπαϊκή Ένωση και την Ευρωζώνη, δεν διαθέτουν τις παραγωγικές δυνατότητες των ισχυρότερων ευρωπαϊκών χωρών, με αποτέλεσμα, μπροστά στην κρίση, να εμφανίζονται εντελώς γυμνές, έχοντας απολέσει και το έσχατο εργαλείο οικονομικής πολιτικής, δηλαδή τη νομισματική αυτονομία. Ιδιαίτερα η Ελλάδα, που, όπως έχουμε αναλύσει, αποτελεί μια «παρασιτική απόφυση»της Δύσης και όχι οργανικό μέρος της, μια χώρα αποικιοποιημένη και ταυτόχρονα ενταγμένη, για λόγους γεωπολιτικούς, στον ευρωπαϊκό πυρήνα, υφίσταται με τον πιο σαρωτικό τρόπο τις συνέπειες της κρίσης, τόσο γιατί η παραγωγική της βάση έχει σχεδόν εξανεμιστεί, όσο και διότι αντιμετωπίζεται από τους δυτικούς της εταίρους ως οιονεί αποικία τους.
Η Ελλάδα, όντας υποχρεωμένη για γεωπολιτικούς λόγους να συμμετέχει στην ΕΕ, είχε κάνει το κεφαλαιώδες λάθος, εξαιτίας του ευρωκεντρισμού, του εθνομηδενισμού και της ανικανότητας των ελίτ της, να προχωρήσει ένα βήμα πάρα πέρα και να εισέλθει στο σκληρό πυρήνα της Δύσης, με την ένταξη στη ζώνη του ευρώ, ενώ αντίθετα έπρεπε να διατηρήσει αποστάσεις που θα της επέτρεπαν μεγαλύτερη αυτονομία και ευελιξία μπροστά στην κρίση της Δύσης. Έχοντας ενταχθεί στον σκληρό πυρήνα, γεγονός για το οποίο πανηγύριζαν κεχηνότες και ηλιθίως οι απαίδευτες «εκσυγχρονιστικές» ελίτ, δεν έχει τη δυνατότητα σήμερα να αρχίσει μια αυτοδύναμη πορεία ανασυγκρότησης της οικονομίας της, παρά μόνο αν και εφόσον περάσει από τα καβδιανά δίκρανα της πτώχευσης, της στάσης πληρωμών, της πιθανής κατάρρευσης. Γι’ αυτό και η κατάσταση μοιάζει τόσο απελπιστική και αδιέξοδη.
Κατά συνέπεια, δεν υπάρχει δυνατότητα να κόψουμε δρόμο και να επανέλθουμε στην προτέρα κατάσταση με κανένα τρόπο. Ούτε με το διαφορετικό «μείγμα πολιτικής» του Σαμαρά, ούτε με τις εύκολες παρόλες για έξοδο από το ευρώ σήμερα, όπως υποστηρίζει ο Λαπαβίτσας, ο Λαφαζάνης κ.ά. Διότι μια τέτοια έξοδος –που είναι πολύ πιθανό να μας επιβληθεί– θα έχει για χρόνια αρνητικές οικονομικές συνέπειες και ανυπολόγιστες γεωπολιτικές. Και είναι εντυπωσιακό, άνθρωποι που επισημαίνουν τον κίνδυνο του νεοθωμανισμού, να αγνοούν πως η έξοδος της Ελλάδας σήμερα από την Ευρωζώνη και την ΕΕ θα σήμαινε την παράδοσή μας στον νέο περιφερειακό τομεάρχη που καραδοκεί.
Αυτή ακριβώς τη λογική χαρακτηρίζουμε ότι διαπνέεται από το διπλό σύστημα λόγου σκέψης και πράξης που επισημάναμε. Πρέπει λοιπόν να γίνει ξεκάθαρο πως δεν υπάρχει πλέον άλλος δρόμος από εκείνον της σταδιακής οικοδόμησης ενός νέου μοντέλου οικονομίας και κοινωνίας, που θα αντιστοιχεί στις νέες παγκόσμιες και περιφερειακές συνθήκες και όπου η Ελλάδα θα κατακτήσει σταδιακά επίπεδα αυτονομίας, ικανά να μας οδηγήσουν όντως σε μια διαφορετική οικονομική και κοινωνική πρόταση. Αλλά πάνω σε αυτά θα συνεχίσουμε στο επόμενο σημείωμά μας. |
|
Τι πρέπει να αλλάξει, πως πρέπει να δράσουμε |
|
|
|
Τι πρέπει να αλλάξει, πως πρέπει να δράσουμε (Β' μέρος, Συμπλήρωμα), του Γ.Κοντογιώργη
Το διακύβευμα του "Συντάγματος 2011" φέρνει για πρώτη φορά την κοινωνία πολιτών αντιμέτωπη με το σύνολο των (πολιτικών και άλλων) νομέων του κράτους. Αυτό καθεαυτό το γεγονός φανερώνει ότι το συλλογικό δεν συγκροτείται πια με όρους μάζας, αλλά αξιώνει να αποτελέσει το αθροιστικό γινόμενο των πολιτών. Η επιβεβαίωση της ατομικότητας μέσα στο συλλογικό μεταβάλει τον πολίτη από ενεργούμενο υπήκοο σε ελεύθερη και χειράφετη οντότητα που διαμορφώνει τις εξελίξεις. Επομένως, είναι κατάδηλο ότι αποτελεί μέγιστο ψεύδος των στοχαστών της νεοτερικότητας ο ισχυρισμός ότι κράτος και πολιτικό σύστημα ταυτίζονται εκ φύσεως.
Για να διαφυλαχθεί η κατάκτηση αυτή της κοινωνίας των πολιτών απαιτείται:
α) Να συνεκτιμηθεί ότι ο τρόπος της εξωθεσμικής διαμαρτυρίας στις μέρες μας έχει "κοντά πόδια" για να αντιπαρατεθεί με τους γίγαντες της παγκόσμιας τάξης.
Να έχουμε επίγνωση ότι ο χρόνος της αθέσμιτης λειτουργίας της συλλογικότητας είναι πεπερασμένος. Οι αθέσμιτες συλλογικότητες διαρκούν λιγότερο από την ανάγκη που τις γέννησε. Κινδυνεύουν είτε να εκφυλισθούν είτε να διεμβολισθούν από τις συντεταγμένες εξουσίες και τις δυνάμεις που αρνούνται την χειραφέτηση της κοινωνίας των πολιτών. Ο κίνδυνος αυτός είναι μεγαλύτερος όταν το διακύβευμα της κοινωνίας των πολιτών αναπτύσσεται σε μια μικρή χώρα και δεν συνάδει ούτε με την εσωτερική δυναμική των χωρών του ηγεμονικού συμπλέγματος που καθορίζει τα παγκόσμια πράγματα ούτε, πολλώ μάλλον, με το συμφέρον τους.
β) Να διατυπωθούν με "νομοθετική" σαφήνεια τα αιτήματα και να είναι ρεαλιστικά.
Ρεαλιστικά και αναγκαία θεωρώ, υπό τις παρούσες συνθήκες, τα εξής:
- Να καταργηθεί η ασυλία και να υπαχθεί το πολιτικό προσωπικό σε δικαστήριο που θα απαρτίζεται από κληρούμενο σώμα δικαστών με τη συμμετοχή ενόρκων πολιτών.
- Να θεσμοθετηθεί η αρμοδιότητα του "ελέγχειν" το πολιτικό προσωπικό (της διοίκησης και της δικαιοσύνης). Ο έλεγχος να αφορά και τα άτομα (π.χ. τον βουλευτή ανά εξάμηνο από κληρούμενο σώμα πολιτών της εκλογικής του περιφέρειας) και τα πολιτειακά σώματα.
-Να καθιερωθεί η πολιτική ευθύνη (το "ευθύνειν") του πολιτικού προσωπικού για τις πολιτικές του πράξεις (ή παραλήψεις), οι οποίες βλάπτουν την κοινωνία των πολιτών. Να διατυπωθεί με σαφήνεια ότι σκοπός του "πολιτεύεσθαι" είναι το συμφέρον (του έθνους) της κοινωνίας και όχι (του έθνους) του κράτους. Δεν νοείται τον 21ο αιώνα να ζούμε σε καθεστώς προγενέστερο εκείνου του Σόλωνα.
- Να αναγνωρισθεί στον πολίτη δικαίωμα "εννόμου συμφέροντος" για τη βλάβη που του προκαλούν οι φορείς της διοίκησης, της δικαιοσύνης και το πολιτικό προσωπικό. Απέναντι στον πολίτη, να ευθύνεται ευθέως ο διοικητικός, δικαστικός και πολιτικός αξιωματούχος και, όλως επικουρικώς, το κράτος.
- Να αξιωθεί η υποχρεωτική έκφραση γνώμης (της βούλησης) της κοινωνίας των πολιτών πριν από κάθε πολιτική απόφαση (κυβερνητική ή νομοθετική) καθώς και η δυνατότητά της να εγείρει ζητήματα πολιτικής που εκτιμά ότι χρήζουν αντιμετώπισης (π.χ. η αποτελεσματική λειτουργία της διοίκησης). Πρακτικά θα μπορούσε να αξιοποιηθεί η επιστημονική δυνατότητα των δημοσκοπήσεων, δεν χρειάζεται να μαζεύουμε κάθε φορά όλη την κοινωνία στην πλατεία Συντάγματος. Θα μπορούσε πριν από τη λήψη οποιαδήποτε απόφασης να είναι υποχρεωτική η δημοσκόπηση της κοινωνίας για το τι θέλει. Ή, ακόμη περισσότερο, να δημιουργηθεί ένας διαρκής δημοσκοπικός Δήμος, ο οποίος θα συζητά και θα αποφαίνεται για τα προβλήματα της χώρας σε πολιτικό επίπεδο. Αυτό είναι ένα παράδειγμα. Μπορούμε να βρούμε χίλιους δυο τρόπους. Αλλά είναι απαραίτητο η κοινωνία πολιτών να εισέλθει στην πολιτική. Να συμμετέχει στις αποφάσεις.
- Θα προκύπτει έτσι τι θεωρεί η κοινωνία των πολιτών συμφέρον της και τι όχι. Στον παρόντα χρόνο θα αρκούσε η υποχρεωτικότητα της γνώμης και όχι ο υποχρεωτικός της χαρακτήρας για την πολιτική εξουσία. Το "ελέγχειν" και το "ευθύνειν' σε συνδυασμό με την εκλογική διαδικασία, θα εξισορροπεί την βούληση της πολιτικής εξουσίας να αυτονομείται.
-Να αξιωθεί από τη Βουλή να παραιτηθεί από την καταχρηστική της "αρμοδιότητα" να νομοθετεί για ζητήματα πολιτικής ευθύνης των μελών της και ιδίως να εμπλέκεται στη διαχείριση των ευθυνών τους. Να υπαχθούν όλες οι υποθέσεις ασυλίας και σκανδάλων από τη μεταπολίτευση και εντεύθεν στη δικαιοσύνη. Οι υποθέσεις που ανάγονται στο "ευθύνειν" των πολιτικών, από τη φύση τους, δεν παραγράφονται.
- Τα περισσότερα από τα παραπάνω δεν απαιτούν αναθεώρηση του Συντάγματος. Ειδάλλως, η κοινωνία των πολιτών να αξιώσει την αναστολή των άρθρων του Συντάγματος που επιφυλάσσουν στην πολιτική εξουσία την ιδιότητα του εντολέα.
γ) Συμπληρωματικά, σε ό,τι αφορά στον τρόπο της πολιτικής δράσης.
-Αναφέρθηκα ήδη στην άμεση, χωρίς χάσιμο χρόνου, μαζική και ειρηνική περικύκλωση της Βουλής και του Μαξίμου.
- Συμπληρώνω την πρόταση αυτή με την επισήμανση ότι, εάν η πολιτική εξουσία επιχειρήσει να εμποδίσει, με οποιονδήποτε τρόπο, την εκδήλωση του φρονήματος της κοινωνίας των πολιτών, στον τόπο της αυταρχικής πράξης, να κατακλιθούν όλοι ως ένα σώμα υπτίως στη γη. Το μόνο που θα επιτύχει είναι η ολοκληρωτική απονομιμοποίησή της. Το "κοινωνικό συμβόλαιο", που εγκιβωτίζει την κοινωνία των πολιτών στο καθεστώς του ιδιώτη, προϋποθέτει τη σιωπηλή έστω συναίνεσή της. Εάν αυτό αμφισβητείται μαζικά, τεκμαίρεται η διάρρηξή του, επομένως απαιτείται η εκ νέου απόφανση του σώματος της κοινωνίας των πολιτών. Σε κάθε περίπτωση, η πολιτική τάξη φάνηκε ανάξια της εν λευκώ εμπιστοσύνης που της δόθηκε από την κοινωνία των πολιτών και το χειρότερο καταχράσθηκε τον ρόλου της με ολέθρια αποτελέσματα για τη χώρα.
|
|
Κάλεσμα στην κοινωνία των πολιτών |
|
|
|
Κάλεσμα στην κοινωνία των πολιτών, του Γ.Κοντογιώργη
Τι πρέπει να αλλάξει, πως πρέπει να δράσουμε
Να περικυκλώσει ειρηνικά, αλλά μαζικά τη Βουλή (κατά προτίμηση σε ώρα ολομέλειας) και το Μαξίμου (όταν θα συνεδριάζει ο μονάρχης πρωθυπουργός με τους συνεργάτες του) και να αξιώσει την υπερψήφιση των νομοθετικών της προτάσεων. Εν ανάγκη να μην τους αφήσει να αποχωρήσουν εάν δεν τις ψηφίσουν ή να απαιτήσει την προσέλευσή τους γι’αυτό. Να συνεχίσει έτσι με επιμονή, ώσπου να κατοχυρωθεί ότι η βούληση της κοινωνίας των πολιτών θα διατυπώνεται θεσμικά και θα συνεκτιμάται υποχρεωτικά στις πολιτικές τους αποφάσεις.
Μην τρέφουμε αυταπάτες. Οι διαδηλώσεις και οι συγκεντρώσεις διαμαρτυρίας στους δρόμους και στις πλατείες είναι αδιέξοδες, διότι δεν αίρουν την αιτία του προβλήματος, που είναι η μονοπωλιακή συγκέντρωση του συνόλου της πολιτικής εξουσίας στα χέρια των νομέων του κράτους. Όταν η κοινωνία των πολιτών, έχοντας εκτονωθεί ή εξαντληθεί, θα επιστρέφει στα σπίτια της, οι πολιτικοί θα συνεχίζουν να διαλέγονται και να συναποφασίζουν με τους εσωτερικούς και τους εξωτερικούς φορείς των μηχανισμών (τους χορηγούς ισχύος, χρήματος, επικοινωνίας κλπ), που τους κρατούν όμηρους στην πολιτική επιφάνεια.
Είναι επείγον να αντιληφθούμε ότι θεμελιώδη αιτία του σημερινού προβλήματος αποτελεί το γεγονός ότι το πολιτικό σύστημα της νεοτερικότητας δεν είναι ούτε δημοκρατικό ούτε αντιπροσωπευτικό. Το πολιτικό προσωπικό κατέχει κατά τρόπο αδιαίρετο και την ιδιότητα του εντολοδόχου και του εντολέα, ενώ η κοινωνία των πολιτών είναι εγκιβωτισμένη στην ιδιωτική σφαίρα. Με όχημα το πολιτικό αυτό σύστημα και τον αναπόφευκτο εκφυλισμό του σε μια δυναστική κομματοκρατία, οι δυνάμεις που ορίζουν την παγκόσμια τάξη κατάφεραν να ελέγξουν το κράτος και να επιβάλουν την πολιτική τους κυριαρχία επί της κοινωνίας των πολιτών.
Υπό τις συνθήκες αυτές, η κοινωνία των πολιτών καλείται:
(α) να πάρει την πολιτεία στα χέρια της, να αξιώσει την αναστολή των άρθρων του Συντάγματος που αναιρούν την αντιπροσωπευτική αρχή της πολιτείας, που της αφαιρούν την ιδιότητα του εντολέα. Να επεξεργασθεί προτάσεις νόμων που θα καταργούν τον κατοχικό χαρακτήρα του κράτους και τη δυναστική κομματοκρατία, που θα εξαρτούν το πολιτικό προσωπικό από την κοινωνία των πολιτών, που θα καταργούν την “ασυλία” του και θα το υπάγουν απευθείας στη δικαιοσύνη για τα πολιτικά του πεπραγμένα, που θα παρέχουν στον πολίτη δικαίωμα εννόμου συμφέροντος για τη βλάβη που θα του προκαλούν οι φορείς της διοίκησης και το πολιτικό προσωπικό. Να επεξεργασθεί, τέλος, τις πολιτικές κατευθύνσεις μέσα στις οποίες θα υποχρεούται η πολιτική εξουσία να κυβερνήσει.
(β) Να περικυκλώσει ειρηνικά, αλλά μαζικά τη Βουλή (κατά προτίμηση σε ώρα ολομέλειας) και το Μαξίμου (όταν θα συνεδριάζει ο μονάρχης πρωθυπουργός με τους συνεργάτες του) και να αξιώσει την υπερψήφιση των νομοθετικών της προτάσεων. Εν ανάγκη να μην τους αφήσει να αποχωρήσουν εάν δεν τις ψηφίσουν ή να απαιτήσει την προσέλευσή τους γι’αυτό. Να συνεχίσει έτσι με επιμονή, ώσπου να κατοχυρωθεί ότι η βούληση της κοινωνίας των πολιτών θα διατυπώνεται θεσμικά και θα συνεκτιμάται υποχρεωτικά στις πολιτικές τους αποφάσεις. Να τους υπενθυμίσει με σαφήνεια ότι αυτή (η κοινωνία των πολιτών) αποτελεί τον λόγο ύπαρξης και του κράτους και του πολιτικού προσωπικού και της οικονομίας. Ότι η κοινωνία των πολιτών, και όχι το κράτος, ενσαρκώνει και διερμηνεύει το έθνος. Ότι το συμφέρον της κοινωνίας των πολιτών οφείλει να αποτελεί το μοναδικό “τέλος” της πολιτικής τους λειτουργίας. Ότι αυτή, η κοινωνία, και όχι αυτοί, οι πολιτικοί, είναι αρμόδια να μορφοποιήσει τις πολιτικές που θα συνάδουν με το κοινό συμφέρον. Ότι η θέση της κοινωνίας είναι μέσα στην πολιτεία, όχι στις πλατείες. Και ότι ο χρόνος της εν λευκώ εξουσιοδότησης που τους παρέχει το σύστημα να διερμηνεύουν τη βούλησή της και να προσδιορίζουν το συμφέρον της έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί. Ήρθε η ώρα η κοινωνία των πολιτών να διεκδικήσει τη μεταβολή του πολιτικού συστήματος ώστε η ψήφος της να αποκτήσει αντιπροσωπευτικό (και όχι απλώς νομιμοποιητικό) περιεχόμενο. Αντί να δεοντολογεί, πιέζοντας την εξουσία να ενεργήσει υπέρ του κοινού συμφέροντος, να αναλάβει η ίδια την αρμοδιότητα της συναπόφασης. Να ανακτήσει το δικαίωμα του “ελέγχειν” και του “ευθύνειν” των πολιτικών, την ιδιότητα του εντολέα, αντί να αποδέχεται τον εγκλεισμό της στην ιδιωτική σφαίρα, αφήνοντάς τους να αλωνίζουν και να νέμονται το κράτος από κοινού με τους ποικιλώνυμους της διαπλοκής συγκατανευσιφάγους.
Την ημέρα που η κοινωνία των πολιτών θα αποκτήσει επίγνωση των αιτίων του προβλήματος και θα διακηρύξει το τέλος του “κοινωνικού συμβολαίου” που της επέβαλαν μονομερώς οι νομείς του κράτους, που θα διατυπώσει με ρητό τρόπο την αξίωσή της να γίνει θεσμικός συντελεστής της πολιτείας και όχι υπήκοος, που θα αντιληφθεί ότι αποτελεί την πρωτογενή πηγή κάθε εξουσίας και, φυσικά, της δικής τους ύπαρξης, θα διαπιστώσει την αποτελεσματικότητα της δύναμής της. Την ημέρα εκείνη το πολιτικό προσωπικό θα κληθεί να επιλέξει ανάμεσα στο δρόμο της άρνησης και, συνακόλουθα, της οπισθοδρόμησης, ο οποίος θα το εκθέσει ανεπανόρθωτα ως αυταρχικό και στη μεταβολή του σε προσήλυτη θεραπαινίδα της κοινωνίας των πολιτών και απλό εντολοδόχο του συμφέροντός της. Στο διακύβευμα αυτό, το συγκριτικό πλεονέκτημα της κοινωνίας των πολιτών είναι ότι ο χρόνος του (μη δημοκρατικού και μη αντιπροσωπευτικού) πολιτικού συστήματος, που γέννησε η εξερχόμενη από τη μεσαιωνική δεσποτεία Ευρώπη, και της εκφυλιστικής του εκδοχής της κομματοκρατίας, έχει παρέλθει. Ούτε το ίδιο, ούτε η εξω-πολιτειακή δράση που επιφυλάσσεται στην κοινωνία των πολιτών, μπορεί να ανατρέψει τη μονοσήμαντη πολιτική ηγεμονία των “αγορών” που διαφεντεύει την πλανητική “δικαιοταξία”.
Οπωσδήποτε, η πολιτική τάξη δεν διαθέτει καμία νομιμοποίηση να αρνηθεί στην κοινωνία των πολιτών το δικαίωμα να άρει, εφόσον το επιθυμεί, την εμπιστοσύνη της στο πολιτικό σύστημα που αποκλείει τη συμμετοχή της στη διαδικασία λήψεως των αποφάσεων.
|
|
Η συμμαχία των προθύμων |
|
|
|
Η συμμαχία των προθύμων, του Μανώλη Βαρδή.
Η κοινωνία μας τελικά έχει οικοδομήσει ένα περίεργο ηθικολογικό consensus. Το «γλύψιμο» των αγανακτισμένων δίνει τη θέση του, από τη μια μεριά, σε ηθικιστικές ιερεμιάδες περί του ιερού «θεσμού» του βουλευτή και του κοινοβουλίου (από τα καθεστωτικά Μέσα), από την άλλη μεριά πάλι οι καθεστωτικές γραφίδες-τη συναινέσει της «προοδευτικής αριστεράς»-ολοένα και περισσότερο «παίζουν» το μοντέλο της πάνω και της κάτω Πλατείας (των «αγανακτισμένων εσωτερικού» και «εξωτερικού»). Συμμαχία προθύμων.....
Περιόδευσα και εγώ στην κάτω μεριά της Πλατείας. Αφού διαπεράσει κανείς τα σουβλάκια και τους μικροπωλητές, θα δει 20-30 σκηνές, και θα ωτακούσει τις (so called) λαϊκές συνελεύσεις του «πνεύματος του Δεκέμβρη»(μπρρ......). Κάτι «σκιές» κατανέμουν ρόλους, συζητούν για Λένιν και Μπακούνιν και καταθέτουν ενστάσεις επι της διαδικασίας. Την ίδια στιγμή πάνω οι «α-πολιτίκ» επαν-ανακαλύπτουν τον δημόσιο χώρο που στερήθηκαν βάναυσα τόσα χρόνια με σφυρίγματα, happenings, μπαλόνια και σημαίες. Προσωπικά προτιμώ την εικόνα της πάνω Πλατείας. Την προτιμώ γιατί ξέρω πια τα υπαρξιακά αδιέξοδα των «κάτω», γιατί προτιμώ τη χαρά και την εκτόνωση από τη νεύρωση και την υστερία. Δεν θέλω να βιάσω την επανάσταση να έλθει σε εμένα, πλέον αρκούμαι να βλέπω τον κόσμο να χαίρεται (με τα παιδιά του) σαν μικρό παιδί.
Και, σε τελική ανάλυση, δεν μπορώ άλλο πια τον εγωϊσμό και την φιλαυτία των «δαιμονισμένων» (του Ντοστογιέφσκι) απέναντι στο άμαθο πλήθος. Πέρα όμως των προσωπικών γούστων, αυτή η «ισομερής» (;) διάκριση σε «πάνω και κάτω Πλατεία» ερμηνεύει ένα γεγονός που δεν υπάρχει: είναι ισχνή μειοψηφία η κάτω πλευρά, υπερ-εκπροσωπούμενη από τις γραφίδες και την μπλογκόσφαιρα. Δεν είναι μέρος του κινήματος. Είναι η κακόμοιρη ουρά του.
Αυτή την ουρά θα εκμεταλλευτούν οι «ξύπνιοι» για να μετατοπίσουν το ζήτημα. Ο κίνδυνος δεν είναι ο Πρετεντέρης, ο Παπανδρέου και τα ΜΑΤ. Ο κίνδυνος είναι να μην μπορέσει να γίνει μία πραγματική ζύμωση ιδεών για να προκύψει το Αίτημα. Αντι να μιλάμε για συντακτική Εθνοσυνέλευση, για προδοσία του Έθνους, για επιμερισμό ευθυνών (πως να το κάνουμε δεν είναι όλο το Κοινοβούλιο εξίσου υπεύθυνο, άλλωστε ξέρουμε ότι όταν όλοι κυνηγάνε όλους, ο πραγματικός ένοχος θα διαφύγει), ασχολούμαστε με την «πάνω και κάτω ραχούλα».
Το α-πολιτίκ πλήθος θα πάει σύντομα σπίτι του, αφού ξεσκάσει, αν δεν διατυπωθεί Αίτημα, οικείο και προσιτό σ’ αυτό. Τί να κάνουμε ο Λένιν και ο Μάης του 68 ή ο Δεκέμβρης του 08 δεν είναι τα προβλήματα του κόσμου!
Όταν τα Μέσα υπερθεματίζουν στη συλλογική ευθύνη, παίζουν στο αδύνατο σημείο του κινήματος. Όταν οι «γκρούπες» βερμπαλίζουν για αυτο-οργάνωση, πριονίζουν από κάτω το δέντρο.
«Οι προδότες στο Γουδί» εμπεριέχει την απειλή που φοβούνται οι πρόθυμοι που συμμαχούν...........
|
|
|
|
|
<< Start < Prev 1 2 Next > End >>
|
|
Page 1 of 2 |
|
|