|
Η Καθημερινή στα όρια νευρικής παράκρουσης (ή όταν το βόλεμα από τη μέχρι τώρα στάση του "εκκλησιαστικού υπαλλήλου του Κράτους" Ιερώνυμου μετατρέπεται σε οργή...)
Αφορισμοί Ιερώνυμου, του Mπάμπη Παπαδημητρίου, Η Καθημερινή 04/02/2012
Ο επίσκοπος Αθηνών Ιερώνυμος απέστειλε επιστολή στον πρωθυπουργό Παπαδήμο. Οπως εξηγεί, «σπαράσσεται η καρδιά» βλέποντας ότι «άνθρωποι με αξιοπρέπεια χάνουν, από τη μια στιγμή στην άλλη, ακόμη και το σπίτι τους». Δεν έχω κανένα λόγο να αμφισβητήσω την ειλικρίνεια του επικεφαλής των επισκόπων. Εναργώς, μάλιστα, συμφωνώ με την ακροτελεύτια αποστροφή της επιστολής: «Η Ελλάδα μας μπορεί να σταθεί στα πόδια της, μπορεί και πάλι να τραβήξει μπροστά».
Δυστυχώς, για να το επιτύχει αυτό, θα χρειαστεί πραγματική, ειλικρινώς χριστιανική και, κυρίως, πατριωτική βοήθεια από την Εκκλησία. Προηγείται το υπέρτατο καθήκον της πνευματικής διακονίας και της ψυχικώς υποστήριξης του πληρώματος. Αν πάλι έχει «θολώσει ο νους» του, όπως ο ίδιος ισχυρίζεται, τότε ας συγκρατηθούν οι ιεράρχες. Ιδιαίτερα από άμβωνος. Η πλάτη του λαού δεν αντέχει παιχνίδια πολιτικής και από τους εκκλησιαστικούς υπαλλήλους του κράτους.
Είναι προφανές πως όταν ο κ. Ιερώνυμος ευχήθηκε στον νέο πρωθυπουργό «πολλή δύναμη, υγεία και υπομονή σε αυτήν την κρίσιμη ώρα», δεν εννοούσε ότι θα τον κατηγορήσει, τόσο σύντομα, ως δυνάστη έτοιμο να υποβάλει τον λαό σε «ακόμη σκληρότερα, ακόμη πιο επώδυνα, ακόμη πιο άδικα μέτρα, στην ίδια αδιέξοδη και αποτυχημένη γραμμή». Είχε την ευκαιρία να ενημερωθεί με τον καταλληλότερο τρόπο, να αντιληφθεί τις διαστάσεις του σκληρού διλήμματος που αντιμετωπίζει η χώρα και να εκτιμήσει με ακρίβεια τη στάση του.
Ο κ. Ιερώνυμος επέλεξε να μην κάνει τίποτε απ’ όλα αυτά. Προτίμησε να κατηγορήσει όσους ακόμη προσπαθούν. Να υψώσει, σε μια δύσκολη στιγμή, μεγαλύτερα εμπόδια στους πολιτικούς. Η Εκκλησία επιχειρεί μια ευθεία ανάμειξη στην πολιτική ζωή. Οσοι πληρώνουν τους φόρους τους βλέπουν την περιουσία τους να αποψιλώνεται και εργάζονται σκληρότερα για να προστατεύσουν και τα αδύναμα μέλη της οικογένειάς τους, αντιλαμβάνονται τα λόγια του επισκόπου ως πισώπλατο χτύπημα σε μια δύσκολη στιγμή.
Αντί να επαινέσει την «πρωτόγνωρη καρτερία», δικαιολογεί την «οργή που παραμερίζει τον φόβο» και μοιάζει ως η Εκκλησία να έχει κάτι να κερδίσει εφ’ όσον εκδηλωθεί ο «κίνδυνος κοινωνικής ανάφλεξης». Αντί να ευχαριστήσει τους φίλους που σπεύδουν να στηρίξουν με το δικό τους υστέρημα και με τη συμβουλή τους, ο κ. Ιερώνυμος ζητεί να αποκρούσομε τους «έξωθεν εκβιασμούς, απορρίπτοντας τις θανατηφόρες συνταγές τους».
Η εκμετάλλευση της ξεχωριστής θέσης που έχει η Εκκλησία της Ελλάδος στο Σύνταγμα και τις παραδόσεις προκαλεί κατάπληξη σε όσους διατηρούσαν την ελπίδα ότι η λαϊκιστική εκτροπή του μακαριστού Χριστόδουλου δεν θα εμφανιζόταν και πάλι στο προσκήνιο. Η Αρχιεπισκοπή δεν βρήκε την ευκαιρία να επηρεάσει θετικά την ακολασία του ασυγκράτητου δανεισμού του κράτους, ενώ πολύ καλά γνώριζε σε πόσο μεγάλη υλική και ψυχική σκλαβιά οδηγεί η απληστία στην οποία επιδοθήκαμε χωρίς περιστροφές.
Ο κ. Ιερώνυμος επιλέγει παράταξη. Δεν μένει παρά η απειλή του αφορισμού σε όσους «υποθηκεύουν τον πλούτο που έχουμε». Ισως έτσι να εξηγείται ότι σε μια μακροσκελή επιστολή δεν βρέθηκαν λόγια για τη λύτρωση του άνεργου συμπολίτη μας και του υπό πτώχευση κράτους μας. Κρίμα!
Η παραγωγικότητα της εργασίας στην Ελλάδα παραμένει χαμηλή, του Μανόλη Δρεττάκη, Η Αυγή 05/02/2012

Σε ό,τι αφορά τη χώρα μας, παρά τη μεγάλη αύξησή της το 2010 σε σχέση με το 2000, η ΑΠΑ ανά ώρα εργασίας, εξακολουθούσε να είναι κάτω από το 60% του μέσου όρου των 12 κρατών. Ένας από του λόγους για τους οποίους η βελτίωση ήταν μικρή είναι η μεγάλη αύξηση των ωρών εργασίας σε σύγκριση με τη μέση αύξησή τους στα 12 κράτη ως σύνολο (6,0% έναντι 2,2%) καθώς και το γεγονός ότι το 2010, εξαιτίας της εφαρμοζόμενης πολιτικής του Μνημονίου και της ύφεσης που προκλήθηκε από αυτή, σημειώθηκε μείωση της συνολικής ΑΠΑ σε σχέση με το 2009, ενώ όλα τα υπόλοιπα έτη είχε αυξηθεί.
Εκτός, όμως, από τους προφανείς αυτούς λόγους, η παραγωγικότητα της εργασίας στη χώρα μας παραμένει χαμηλή δεδομένου ότι σε όλο το διάστημα των τελευταίων 37 ετών δεν αναπτύχθηκαν κλάδοι με υψηλή προστιθέμενη αξία. Ο βασικός λόγος για το δομικό αυτό πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας είναι σε όλο το διάστημα της μεταπολίτευσης τα δύο κόμματα εξουσίας δεν εφάρμοσαν ποτέ ένα συγκροτημένο πρόγραμμα οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης της χώρας, το οποίο, ανάμεσα στα άλλα, θα είχε ως στόχους:
- Την ενίσχυση της καινοτομίας με την αφιέρωση από τον κρατικό προϋπολογισμό ενός σημαντικού ποσοστού του ΑΕΠ στην έρευνα και, ειδικότερα, στην εφαρμοσμένη έρευνα.
- Την αξιοποίηση του φυσικού πλούτου της χώρας και την προστασία και ανάδειξη του φυσικού περιβάλλοντος.
- Την ποιοτική βελτίωση όλων των επιπέδων της εκπαίδευσης και την αξιοποίηση του επιστημονικού προσωπικού της χώρας.
- Τον έλεγχο και τη συνεχή βελτίωση της ποιότητας των παραγόμενων προϊόντων και των προσφερόμενων υπηρεσιών κ.λπ.
Τί απέγιναν οι "Αγανακτισμένοι";, του Γιώργου Καραμπελιά, από τη Ρήξη που κυκλοφορεί, 4/2/2012.
Η κρίση του δικομματισμού θα έπρεπε να μεταφραστεί σε ενίσχυση των κομμάτων της θεσμικής αντιπολίτευσης. Και δεν πρόκειται μόνο για το φούσκωμα του αποκόμματος του παλιού Συνασπισμού, της ΔΗΜΑΡ με τον Φώτη Κουβέλη και τη Ρεπούση, αλλά και για τη διοχέτευση της λαϊκής αγανάκτησης στα ελεγχόμενα κανάλια της Αριστεράς. Τωόντι, στην πρώτη φάση, όλες αυτές οι δυνάμεις, που επί τόσα χρόνια καλλιεργούσαν τον εθνομηδενισμό, την πολυπολιτισμικότητα, τον ευρωπαϊσμό, μαζί με τις κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ και της Νέας Δημοκρατίας, τρόμαξαν μπροστά σε ένα ακηδεμόνευτο μαζικό λαϊκό κίνημα, που εμφανίστηκε με μόνο σύμβολο την ελληνική σημαία.
Και έκαναν ό,τι μπορούσαν για να το υπονομεύσουν. Το ΚΚΕ το συκοφάντησε από την αρχή. Ο Σύριζα στην αρχή το απέρριπτε, ενώ στη συνέχεια προσπάθησε να το αλλοιώσει και να το βάλει στα ακίνδυνα καλούπια της ψευδοαριστερής αντιπολίτευσης. Χαρακτηριστική υπήρξε η αντίθεση στην πλατεία Συντάγματος, ανάμεσα στη «επάνω» πλατεία, του λαού, την οποία θεωρούσαν εθνικιστική, και την «κάτω» πλατεία, όπου ήταν μαζεμένα όλα τα γκρουπούσκουλα. Ας θυμηθούμε τι προσπάθειες έκαναν για να διωχθεί η ελληνική σημαία, σύμβολο της αντίστασης του ενιαίου ελληνικού λαού, από τις πλατείες. Τέλος, επιστρατεύτηκαν και οι «ένοπλες» δυνάμεις του στρατοπέδου. Οι ψευδώνυμοι αντιεξουσιαστές, οι οποίοι στην πραγματικότητα παρασιτούν στη συγκεκριμένη εξουσία, και είχαν ταχθεί από την αρχή ενάντια στο κίνημα. Εξ άλλου συμμερίζονται τα ίδια ιδεολογικά και πολιτισμικά πρότυπα με τους δήθεν αντιπάλους τους – το μίσος της πατρίδας, την ξενομανία, τον άκρατο ατομικισμό και τη λογική του πλιάτσικου. Και έκαναν ό,τι μπορούσαν για να προβοκάρουν και να διαλύσουν το κίνημα.
Είναι χαρακτηριστική η τελευταία μεγαλειώδης συγκέντρωση στην πλατεία Συντάγματος, στις 20 Οκτωβρίου 2011, όταν κουκουλοφόροι και κνίτες, ο καθένας από την πλευρά του, διέλυσαν –με τη συμβολή της αστυνομίας του Παπουτσή– την τελευταία μεγάλη συγκέντρωση του κινήματος.
Οι ανεπάρκειες των «αγανακτισμένων»
Ωστόσο υπάρχει και μια δεύτερη αιτία γι’ αυτήν τη σιγή, οι αδυναμίες του ίδιου του κινήματος το οποίο, απέναντι σε τόσες επιθέσεις, από τους κρανοφόρους έως τους… κουκουλοφόρους, δεν κατόρθωσε να αντισταθεί αποτελεσματικά. Δεν κατόρθωσε να αποκτήσει μια ενιαία κατεύθυνση και στόχευση. Δεν διατύπωσε ένα συνεκτικό πρόγραμμα, δεν επιχείρησε έστω να συγκροτήσει ένα ευρύ αντιμνημονιακό μέτωπο. Γι’ αυτό, και παρότι αντιστάθηκε με νύχια και με δόντια, οδηγήθηκε προσωρινά στη σιγή και μάλιστα τη χειρότερη στιγμή. Στο επίπεδο της πλατείας, δεν μπόρεσε να αυτοοργανωθεί αποτελεσματικά για να αντιμετωπίσει τα Ματ και τους κουκουλοφόρους, με αποτέλεσμα να συρρικνωθεί η μαζική του έκφραση.
Στο επίπεδο της ιδεολογικής συνοχής, απέτυχε να διαμορφώσει ένα ρεαλιστικό και συνεκτικό πρόγραμμα άρνησης του μνημονίου και ταυτόχρονης σωτηρίας της πατρίδας. Αντίθετα, παρασύρθηκε πολύ συχνά από τυχοδιώκτες, εξημμένες κεφαλές, κάποτε και ψυχιατρικές περιπτώσεις, σε δρόμους αδιέξοδους. Και το σύστημα έσπευσε να χρησιμοποιήσει τέτοιες περιπτώσεις, όπως κάνουν τα λαμόγια- επιχειρηματίες, οι οποίοι χρησιμοποιούν τα κανάλια, τα ραδιόφωνα και τις εφημερίδες που ελέγχουν, για να επιταχύνουν τη χρεοκοπία της χώρας, το πέρασμα στη δραχμή σε συνθήκες κατάρρευσης, ώστε να μηδενίσουν τα χρέη και τις ζημιές τους. Γι’ αυτό προβάλλουν τις πιο αδιέξοδες και ακίνδυνες για το σύστημα στρατηγικές. Και το κίνημα δεν αναλογίστηκε τι άραγε προκάλεσε το επαναστατικό μένος του Κοντομηνά, του Κουρή, του Κυριακού και των φερεφώνων τους; Το ίδιο, δυστυχώς, συνέβη στο επίπεδο του «αντιμνημονιακού μετώπου». Ένα τέτοιο μέτωπο, σε μίνιμουμ βάση, αποτελούσε αίτημα και ζητούμενο του λαού για να μπορέσει να απαντήσει και σε ένα στοιχειώδες πολιτικό και εκλογικό επίπεδο. Και όμως, ενάμιση χρόνο μετά την έκφραση αυτού του αιτήματος από πολλές δυνάμεις, όχι μόνο δεν συγκροτήθηκε κάτι ανάλογο, αλλά αντίθετα ενισχύθηκαν και πάλι τα κόμματα της ξεπερασμένης αντιπολίτευσης. Χαρακτηριστικός υπήρξε ο ρόλος του Μίκη Θεοδωράκη και των πρωτοβουλιών του, της «Σπίθας» και της «ΕΛΑΔΑς», που φάνηκαν να σαρκώνουν την ελπίδα για τη συγκρότηση ενός τέτοιου μετώπου. Και όμως, αυτά τα σχήματα απέκλεισαν την πιθανότητα πολιτικής μετεξέλιξής τους και συμμετοχής στις εκλογές, ώστε να εκφραστεί η λαϊκή αγανάκτηση. Έτσι, με εσωστρέφεια, αποχωρήσεις και διαγραφές, η «Σπίθα» αυτοσυρρικνώθηκε, ενώ η «ΕΛΑΔΑ» κατέληξε, πριν καν γεννηθεί, σε μετωπικό σχήμα του Συνασπισμού, το οποίο διαχειρίζονται διάφοροι αιώνιοι μεταλλαγμένοι Κνίτες.Εν τέλει, όπως καταγράφεται και στις δημοσκοπήσεις, ένα μεγάλο μέρος των «αγανακτισμένων» αναγκάζεται να καταφύγει στα γνωστά κόμματα, υπεύθυνα για την κατάντια της μεταπολίτευσης. Οι οργανωτικές πρωτοβουλίες που αναλήφθηκαν από τον Θεοδωράκη, αντί να δώσουν πολιτική διέξοδο στους αγανακτισμένους, μπλόκαραν στην πράξη –ηθελημένα ή αθέλητα, δεν έχει σημασία– τη δυνατότητα συγκρότησης ενός τέτοιου μετώπου και λειτούργησαν αρνητικά για την ανάπτυξη του κινήματος".
"Πείτε μας Ναζί, αν αυτό σας χαροποιεί", posted by e-cynical, 3/2/2012.
"Για παράδειγμα μονταρισμένες εικόνες με την Μέρκελ μεταμφιεσμένη σε Ναζί, δεν κυκλοφορούν μόνο στα Ελληνικά μέσα, αλλά και στα ιταλικά. Κι ακόμα είναι η αρχή, όσον αφορά την Ιταλία. «Εμείς έχουμε τον Σιοτίνο, εσείς έχετε το Άουσβιτς», έγραφε πρωτοσέλιδο η ιταλική Il Giornale, απαντώντας σε κάποιο ειρωνικό σχόλιο των Γερμανών για τον ιταλό καπετάνιο του Costa Concordia. Σε άλλες εποχές, φυσικά η εφημερίδα δεν θα το πήγαινε τόσο μακριά, αλλά το ότι το πάει σημαίνει ότι οι εποχές πια αρχίζουν και μυρίζουν μπαρούτι. Το προηγούμενο απόσπασμα είναι από την Γερμανική Die Zeit, και από χθεσινό της άρθρο με τίτλο « Πείτε μας ναζί, αν αυτό σας χαροποιεί». Και συνεχίζει παραθέτοντας επεισόδιο στην Πορτογαλία ανάμεσα σε γερμανό συγγραφέα κατά την παρουσίαση ενός βιβλίου του και στο κοινό, απ’ όπου και ερωτήθηκε αν οι γερμανοί σκοπεύουν να πάρουν με το ευρώ, όσα δεν κατάφεραν να πάρουν με τα τανκ τους. Την ίδια πίεση της Γερμανίας νοιώθουν και οι Ιρλανδοί, ώστε και αυτοί να αρχίζουν να ανακαλούν ξεχασμένες εικόνες από το πολεμικό παρελθόν. «Πώς θα αμυνθούμε», είναι η εύλογη απορία του αρθρογράφου; Για να τίθεται έτσι ανοιχτά το ερώτημα, σημαίνει ότι τα κύματα της οργής στο εξωτερικό αρχίζουν πλέον να καταφτάνουν και στο εσωτερικό της Γερμανίας. «Δεν θα πρέπει να αντιδρούμε με οργή, αλλά ούτε και προσβλητικά. Αλλά, το κυριότερο, δεν πρέπει να αφεθούμε να φοβηθούμε όταν μας συγκρίνουν με τους Ναζί», συνεχίζει το άρθρο, με τις συμβουλές, να είναι βγαλμένες θαρρείς από χρηστικό εγχειρίδιο αυτοβοήθειας μπροστά σε επερχόμενο κίνδυνο".
Γερμανική ισχύς, ευρωπαϊκοί φόβοι, του Πετρου Παπακωνσταντινου, Η Καθημερινή, 4/2/2012.
"«Η Γερμανία ορθώνεται εκεί που δεν μπόρεσε ποτέ να σταθεί μετά το 1945: ως κυρίαρχη δύναμη στο κέντρο της Ευρώπης», γράφει η Suddeutsche Zeitung. Ωστόσο, η γερμανοποίηση της Ε.Ε. -κάτι που επιβεβαίωσε η επιβολή των γερμανικών «ντικτάτ» στην πρόσφατη σύνοδο κορυφής- προκαλεί θύελλα αντιδράσεων. «Το Βερολίνο κηρύσσει παράνομο ακόμη και τον… Κέινς», ψιθύριζε ανώνυμος Βρετανός αξιωματούχος. Ακόμη και η γερμανική Die Welt αγανακτούσε με την ιδέα διορισμού επιτρόπου για την Ελλάδα: «Οι χώρες που βρίσκονται σε κρίση δεν μπορεί να γίνουν προτεκτοράτα. Ενας Ευρωπαίος επίτροπος δεν θα μπορούσε να καταφέρει πολλά, εκτός αν είχε εξουσίες κατοχικής δύναμης». Διευθυντής μεγάλου hedge fund, ο Μάρσαλ Αουερμπακ, έγραψε ότι η Γερμανία προωθεί στην Ελλάδα ένα «οικονομικό Anschluss (παραλληλισμός με την προσάρτηση της Αυστρίας) και ότι το Βερολίνο διεξάγει «οικονομικό Blitzkrieg» (κεραυνοβόλο πόλεμο) στην Ευρώπη". |