Wolfgang Streeck: THE CRISES OF DEMOCRATIC CAPITALISM, New Left Review, 71, September-October 2011. (Μέρος Γ΄της Μετάφρασης), σε μετάφραση από το Μανώλη Βαρδή
4. Από-ρρύθμιση και ιδιωτικό χρέος
Η προεδρική εκλογή του 1992 στις ΗΠΑ κυριαρχήθηκε από το ερώτημα για δύο ελλείμματα: αυτό της Ομοσπονδιακής Κυβέρνησης και αυτό της χώρας ως σύνολο, στο εξωτερικό εμπόριο. Η νίκη του Bill Clinton, που είχε βασιστεί πάνω απ’ όλα στο «διπλό έλλειμμα», έθεσε σε κίνηση προσπάθειες για δημοσιονομική σταθεροποίηση, επιθετικά προωθούμενη μέσω διεθνών οργανισμών υπό αμερικανική ηγεσία όπως ο OECD και το IMF. Aρχικά η διακυβέρνηση Κλίντον φαίνεται ότι σκόπευε να κλείσει το δημόσιο έλλειμμα με την οικονομική ανάπτυξη που θα δημιουργείτο από μία κοινωνική μεταρρύθμιση, όπως ήταν η αυξημένη δημόσια επένδυση στην εκπαίδευση [Robert Reich, Locked in the Cabinet, New York 1997]
Αλλά όταν οι Δημοκρατικοί έχασαν την πλειοψηφία στο Κογκρέσο στις ενδιάμεσες εκλογές του 1994, ο Κλίντον στράφηκε σε μία αυστηρή πολιτική που περιελάμβανε βαθιές τομές στα δημόσια έξοδα και αλλαγές στην κοινωνική πολιτική, με τα λόγια του Προέδρου, έπρεπε να δοθεί ένα τέλος στο «κράτος πρόνοιας όπως το ξέρουμε». Από το 1998 μέχρι το 2000 η Ομοσπονδιακή Κυβέρνηση των ΗΠΑ για πρώτη φορά για δεκαετίες έτρεχε ένα πλεόνασμα στον προϋπολογισμό. Αυτό δεν σημαίνει ότι η διακυβέρνηση Κλίντον είχε κάπως βρει έναν τρόπο ειρήνευσης μίας δημοκρατικής-καπιταλιστικής πολιτικής οικονομίας, χωρίς καταφυγή σε πρόσθετες, ακόμα μη παραχθείσες οικονομικές πηγές. Η στρατηγική Κλίντον για τη διαχείριση της κοινωνικής σύγκρουσης βασίστηκε έντονα στην απορρύθμιση του οικονομικού τομέα, που είχε ήδη αρχίσει επί Ρήγκαν και τώρα προωθείτο ακόμα περισσότερο [Joseph Stiglitz, The Roaring Nineties: A New History of the World’s Most Prosperous Decade, New York 2003]
Αυξανόμενες εισοδηματικές ανισότητες, που προκλήθηκαν από μία συνεχιζόμενη επίθεση στα συνδικάτα και ισχυρές περικοπές στις κοινωνικές δαπάνες, όπως και μία μείωση στη ζήτηση που προκλήθηκε από τη δημοσιονομική σταθεροποίηση, συνδυάστηκαν με νέες ευκαιρίες για πολίτες και εταιρείες να χρεώνονται. Ο εύστοχος όρος «ιδιωτικοποιημένος Κεϋνσιανισμός» χρησιμοποιήθηκε για να περιγράψει την αντικατάσταση του δημόσιου από το ιδιωτικό χρέος [Colin Crouch, ‘Privatised Keynesianism: An Unacknowledged Policy Regime’, British Journal of Politics and International Relations, vol. 11, no. 3, 2009] Αντί για την κυβέρνηση που δανειζόταν χρήματα για να χρηματοδοτήσει ίση πρόσβαση σε μία αξιοπρεπή κατοικία ή για τη διαμόρφωση ικανοτήτων για την αγορά εργασίας, τώρα ήταν οι εξατομικευμένοι πολίτες που, υπό το καθεστώς χρέωσης υπερβολικής γενναιοδωρίας, μπορούσαν να δανείζονται με δικό τους ρίσκο για να πληρώνουν για την εκπαίδευση τους ή την άνοδό τους σ’ ένα λιγότερο υποβαθμισμένο αστικό περιβάλλον.
Η πολιτική Κλίντον δημοσιονομικής σταθεροποίησης και οικονομικής αναγέννησης μέσω οικονομικής απορρύθμισης είχε πολλούς ωφελημένους. Οι πλούσιοι γλύτωναν υψηλότερους φόρους, ενώ αυτοί ανάμεσα τους που ήταν έξυπνοι αρκετά για να μεταφέρουν τα ενδιαφέροντα τους στον οικονομικό τομέα, είχαν πολλά κέρδη σε ολοένα και περισσότερο περίπλοκες «οικονομικές υπηρεσίες», που τώρα είχαν απεριόριστες δυνατότητες να πουλάνε. Αλλά και οι φτωχοί εξίσου ωφελήθηκαν, τουλάχιστον κάποιοι απ’ αυτούς και για λίγο. Τα στεγαστικά δάνεια αυξημένης επισφάλειας έγιναν ένα υποκατάστατο, μολονότι στο τέλος ψευδαισθητικό, της κοινωνικής πολιτικής που δεχόταν πιέσεις, καθώς και της απουσίας μισθολογικών αυξήσεων στο κατώτερο επίπεδο της «ελαστικοποιημένης» αγοράς εργασίας. Για τους Αφρο- αμερικανούς μάλιστα, το να έχουν ένα σπίτι δεν ήταν μόνο μία πραγματοποίηση του «αμερικάνικου ονείρου», αλλά επίσης και ένα πολυαναμενόμενο υποκατάστατο για τις συντάξεις που δεν μπορούσαν να πάρουν στην τωρινή αγορά εργασίας και που δεν είχαν λόγους να περιμένουν από μία κυβέρνηση που ήταν αφοσιωμένη στη διαρκή δημοσιονομική πειθαρχία.
Για κάποιο χρονικό διάστημα, η ιδιοκτησία ενός ακινήτου προσέφερε στη μεσαία τάξη και σε κάποιους φτωχότερους μία ελκυστική ευκαιρία να συμμετέχουν σε μία κερδοσκοπική φρενίτιδα, που θα έκανε τους πλούσιους πλουσιότερους στα 90’s και στις αρχές των 2000s. Καθώς οι τιμές ακινήτων μεγάλωναν υπό τη συνεχή ζήτηση ανθρώπων, που υπό άλλες συνθήκες δεν θα μπορούσαν ποτέ ν’ αγοράσουν ένα σπίτι, έγινε κοινή πρακτική να χρησιμοποιείται αυτό το εργαλείο για να αντλείται κεφάλαιο, το οποίο θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για την εκπαίδευση της νεώτερης γενιάς ή για προσωπική κατανάλωση, για ν’ αντισταθμιστούν μάλιστα και οι φθίνοντες μισθοί. Ούτε ήταν άτοπο πλέον για τους ιδιοκτήτες ακινήτων να χρησιμοποιούν τη νέα τους πίστωση για γ’ αγοράσουν δεύτερη και τρίτη κατοικία, με την ελπίδα κάποτε να ρευστοποιήσουν τις αυξημένες τιμές. Μ’ αυτό τον τρόπο, ανόμοια με την εποχή του δημόσιου δανεισμού όταν οι μελλοντικές πηγές αντλούνταν για τωρινή χρήση μέσω του δανεισμού της κυβέρνησης, τώρα αυτό επιτυγχανόταν με μυριάδες ατομικές πωλήσεις, στις ελεύθερες αγορές, δεσμεύσεις για την πληρωμή ενός σημαντικού μέρους των μελλοντικών κερδών στους πιστωτές, που με τη σειρά τους τούς προμήθευαν με την αναγκαία αγοραστική δύναμη για να αγοράζουν ό,τι ήθελαν.
Η οικονομική αυτή ελευθερία αποζημίωνε για μία εποχή δημοσιονομικής σταθεροποίησης και δημόσιας λιτότητας. Το ατομικό χρέος υποκατέστησε το δημόσιο χρέος, και η ατομική ζήτηση, η οποία ήταν αποτέλεσμα μίας βιομηχανίας γρήγορου χρήματος, πήρε τη θέση της ελεγχόμενης από το κράτος συλλογικής ζήτησης για απασχόληση και κέρδη στις οικοδομές και αλλού. Αυτές οι δυναμικές ενισχύθηκαν μετά το 2001 όταν η FED στράφηκε σε πολύ χαμηλά επιτόκια για να αποτρέψει μία οικονομική καταστροφή και την επιστροφή της υψηλής ανεργίας που αυτή θα συνεπέφερε. Προσθετικά στα απίστευτα κέρδη στον οικονομικό τομέα, ο ιδιωτικοποιημένος Κεϋνσιανισμός υποστήριξε μία εκρηκτική οικονομία που έγινε επίζηλη για πολλά εργατικά ευρωπαϊκά κινήματα. Στην πράξη, ο Alan Greenspan και η πολιτική του εύκολου χρήματος, που υποστήριζε τη γρήγορη και αυξανόμενη χρέωση της αμερικανικής κοινωνίας, θεωρήθηκαν από πολλούς ευρωπαίους ηγέτες των συνδικάτων σαν μοντέλο, που παρατηρούσαν με μεγάλη έκπληξη ότι, αντίθετα με την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, η Ομοσπονδιακή Τράπεζα ήταν δεσμευμένη να παρέχει όχι μόνο νομισματική σταθερότητα , αλλά επίσης και υψηλά επίπεδα απασχόλησης. Όλα αυτά όμως τελείωσαν το 2008 όταν η διεθνής πυραμίδα κατάρρευσε και μαζί της η ευμάρεια των 1990’s και 2000’s.
5. Xρεωκοπία του Κράτους
Με την κατάρρευση του ιδιωτικοποιημένου Κεϋνσιανισμού το 2008, η κρίση του μεταπολεμικού δημοκρατικού καπιταλισμού εισήλθε στο τελευταίο της στάδιο, ύστερα από συνεχείς χρονιές πληθωρισμού, δημοσίων ελλειμμάτων και ιδιωτικής χρέωσης [The diagram shows the development in the lead capitalist country, the United States, where the four stages unfold in ideal-typical fashion. For other countries it is necessary to make allowances reflecting their particular circumstances, including their position in the global political economy. In Germany, for example, public debt already began to rise sharply in the 1970s. This corresponds to the fact that German inflation was low long before Volcker, due to the independence of the Bundesbank and the monetarist policies it adopted as early as 1974; Fritz Scharpf, Crisis and Choice in European Social Democracy, Ithaca, ny 1991].
Με το παγκόσμιο οικονομικό σύστημα έτοιμο να καταρρεύσει, τα έθνη-κράτη επιδίωξαν να ανασυστήσουν την οικονομική εμπιστοσύνη, κοινωνικοποιώντας τα κακά δάνεια. Μαζί με μία δημοσιονομική έκταση, απαραίτητη για να εμποδίσει μία κατάρρευση της πραγματικής οικονομίας, αυτό κατέληξε σε μία δραματική νέα αύξηση των δημόσιων ελλειμμάτων και του δημόσιου χρέους- μία εξέλιξη, η οποία δεν οφειλόταν απλά στις επιπόλαιες δαπάνες οπορτουνιστών πολιτικών ή σε μη λειτουργούσες δημόσιες υπηρεσίες, όπως υπονοήθηκε από τις θεωρίες της «ορθολογικής επιλογής», καθώς και από την εκτενή βιβλιογραφία των θεσμικών οικονομικών που παράχθηκε στα 1990’s υπό την αιγίδα, ανάμεσα σ’ άλλους, της Παγκόσμιας Τράπεζας και του ΔΝΤ [For a representative collection see James Poterba and Jürgen von Hagen, eds, Institutions, Politics and Fiscal Policy, Chicago 1999]
Το υπερβολικό άλμα στη δημόσια χρέωση μετά το 2008, που ολοκληρωτικά ακύρωσε ό,τι είχε επιτευχθεί στην προηγούμενη δεκαετία, αντανακλά το γεγονός ότι κάθε δημοκρατικό κράτος δεν τολμούσε να επιβάλλει στην κοινωνία μία ακόμη οικονομική κρίση των διαστάσεων της Μεγάλης Ύφεσης της δεκαετίας του 1930 σαν τιμωρία για τις υπερβολές ενός απορρυθμισμένου οικονομικού τομέα. Για μία ακόμη φορά, η πολιτική εξουσία αναπτύχθηκε για ν’ αντλήσει μελλοντικές πηγές, απαραίτητες για την εξασφάλιση της κοινωνικής ειρήνης, και έτσι τα κράτη, περισσότερο ή λιγότερο εθελοντικά, ανέλαβαν ένα σημαντικό μερίδιο του νέου χρέους που δημιουργήθηκε από τον ιδιωτικό τομέα, για να εξασφαλίσουν τους πιστωτές του ιδιωτικού τομέα. Όμως ενώ αυτό ενίσχυσε αποτελεσματικά τις βιομηχανίες χρήματος, γρήγορα αποκαθιστώντας τα ιδιαίτερα κέρδη, τους μισθούς και τα μπόνους τους, δεν μπορούσε να διασκεδασθεί η εντύπωση εκ μέρους των ίδιων των «οικονομικών αγορών» ότι, στη διαδικασία της διάσωσής τους, οι εθνικές κυβερνήσεις μάλλον είχαν υπερεκταθεί. Ακόμα και με την παγκόσμια οικονομική κρίση μακριά, οι πιστωτές άρχισαν δυναμικά να απαιτούν την επιστροφή στα «υγιή χρήματα» μέσω δημοσιονομικής πειθαρχίας, εις αναζήτηση της εξασφάλισης ότι το μεγάλο τους μερίδιο στο κυβερνητικό χρέος δεν θα χαθεί.
Στα τρία χρόνια μετά το 2008, η σύγκρουση διανομής στα πλαίσια του δημοκρατικού καπιταλισμού μετατράπηκε σε μία σύνθετη μονομαχία μεταξύ των παγκόσμιων οικονομικών επενδυτών και των κυρίαρχων εθνικών κρατών. Ενώ κατά το παρελθόν οι εργάτες αντιμάχονταν με τους εργοδότες, οι πολίτες με τους υπουργούς οικονομικών, και οι ιδιώτες πιστωτές με τις ιδιωτικές τράπεζες, είναι τώρα οι οικονομικοί θεσμοί που αντιμάχονται με τα κράτη που μόλις πρόσφατα εξεβίαζαν για να τις σώσουν. Αλλά η υποβόσκουσα διαμόρφωση της ισχύος και των ενδιαφερόντων είναι περισσότερο σύνθετη και αναμένει συστηματική έρευνα. Για παράδειγμα, από την κρίση και έπειτα, οι αγορές έχουν επιστρέψει και επιβαρύνουν διαφορετικά κράτη με διαφορετικά επιτόκια, ως εκ τούτου διαφοροποιώντας την πίεση που ασκούν στις κυβερνήσεις στο να πείσουν τους πολίτες τους για τόσο τρομακτικές περικοπές. Δεδομένου του ύψους του χρέους των εθνικών- κρατών σήμερα, ακόμα και ελάχιστες αλλαγές στα επιτόκια των κυβερνητικών ομολόγων μπορούν να προκαλέσουν οικονομική καταστροφή [For a state with public debt equalling 100 per cent of gdp, an increase by 2 percentage points in the average rate of interest it has to pay to its creditors would raise its yearly deficit by the same amount. A current budget deficit of 4 per cent of gdp would as a result increase by half]
Την ίδια ώρα οι αγορές πρέπει ν’ αποφύγουν την επίσημα εκδηλωμένη χρεωκοπία, πάντοτε μία επιλογή για τις κυβερνήσεις όταν οι πιέσεις της αγοράς γίνονται αφόρητες. Γι’ αυτό άλλες χώρες ανακαλύπτουν ότι πρέπει να ενισχύσουν αυτές που κινδυνεύουν περισσότερο, με σκοπό να προστατεύσουν τον εαυτό τους από μία γενικότερη αύξηση στα επιτόκια που θα προκαλούσε μία αρχική χρεωκοπία. Μία ανάλογου τύπου «αλληλεγγύη» μεταξύ των κρατών προς το συμφέρον των επενδυτών υπάρχει και όταν η χρεωκοπία πλήττει τράπεζες που βρίσκονται εκτός της χρεωκοπημένης χώρας, που μπορεί να οδηγήσει τις εγχώριες τράπεζες και πάλι να εθνικοποιήσουν μεγάλες ποσότητες κακού χρέους για να σταθεροποιήσουν τις οικονομίες τους.
Υπάρχουν και άλλοι τρόποι μέσω των οποίων η ένταση μεταξύ των αιτημάτων για κοινωνικά δικαιώματα και της εργασίας των ελευθέρων αγορών εκφράζεται σήμερα. Μερικές κυβερνήσεις, συμπεριλαμβανομένης και της κυβέρνησης Ομπάμα, έχουν προσπαθήσει να δημιουργήσουν μία καινούργια οικονομική ανάπτυξη διαμέσου ακόμα περισσότερο χρέους- με την ελπίδα ότι οι μελλοντικές σταθεροποιητικές πολιτικές θα ενισχυθούν από μία μερισματοποίηση της ανάπτυξης. Άλλες μπορεί κρυφά να ελπίζουν για μία επιστροφή στον πληθωρισμό, διαλύοντας το συσσωρευμένο χρέος. Την ίδια στιγμή, οι αγορές μπορεί να επιδιώκουν για μία υποσχόμενη μάχη ενάντια στην πολιτική παρέμβαση, μία και για πάντα, εγκαθιδρύοντας την πειθαρχία της αγοράς και τερματίζοντας όλες τις πολιτικές απόπειρες ανατροπής της.
Περαιτέρω περιπλοκές προκύπτουν από το γεγονός ότι οι αγορές έχουν ανάγκη το κυβερνητικό χρέος για ασφαλείς επενδύσεις. Πιέζοντας τόσο σκληρά για εξισορροπημένους προϋπολογισμούς, μπορεί να τους στερήσει επιθυμητές πιθανότητες επένδυσης. Οι μεσαίες τάξεις των προηγμένων καπιταλιστικών χωρών έχουν τοποθετήσει ένα μεγάλο μέρος των αποταμιεύσεων τους σε κυβερνητικά ομόλογα, ενώ πολλοί εργαζόμενοι έχουν επενδύσει πολλά σε συμπληρωματικές συντάξεις. Εξισορροπημένοι προϋπολογισμοί σημαίνει ότι τα κράτη λαμβάνουν από τις μεσαίες τάξεις τους, με τη μορφή υψηλών φόρων, ό,τι αυτές τώρα αποθηκεύουν και επενδύουν, ανάμεσα στα άλλα και σε δημόσιο χρέος. Όχι μόνο οι πολίτες δεν θα μπορούν να κερδίζουν από τις επενδύσεις, αλλά επίσης θα παύσουν να μπορούν να μεταφέρουν τις αποταμιεύσεις τους στα παιδιά τους.
Οσοδήποτε πολύπλοκες και αν είναι οι διασταυρούμενες διαμάχες στις διεθνείς πολιτικές του δημόσιου χρέους, το αντίτιμο της οικονομικής σταθερότητας θα πληρωθεί απ’ άλλους εκτός των ιδιοκτητών του πλούτου. Ο μέσος πολίτης θα κληθεί να πληρώσει-για τη σταθεροποίηση των δημόσιων οικονομικών, τη χρεωκοπία των κρατών, τα αυξανόμενα επιτόκια του δημόσιου χρέους και, εάν είναι ανγκαίο, και για τη σωτηρία των εγχώριων και διεθνών τραπεζών-, με τις ιδιωτικές του καταθέσεις, τις περικοπές στα δημόσια δικαιώματα, τις μειωμένες δημόσιες υπηρεσίες και με υψηλότερη φορολόγηση.
"The euro will not be safe until Europe answers some fundamental questions that it has run away from for many years. At their root is how its nations should respond to a world that is rapidly changing around them. What will it do as globalisation strips the West of the monopoly over the technologies that have made it rich, and an ageing Europe starts to look increasingly like the western peninsula of a resurgent Asia?".
"Each reforming government in Europe faces different obstacles, but Spain is typical of them all in the sense that radical structural reform entails rewriting the social contract. Just now the generous wages of many of those in Spain’s protected jobs are supporting entire households of unemployed spouses and grown-up children. Scrapping thousands of bureaucratic rules will not just make the economy more efficient but also recast the relations between government and citizen. However unambiguous the economics of reform, the politics is almost always hard".
"Start with the finances. One reason why markets eventually shunned Greece, Portugal and Ireland was the uncertainty about how far their debts might rise. All three had huge budget deficits (so were adding to their debts at an alarming rate) and were struggling to keep their economies on track, while at the same time cutting spending and raising taxes. Greece’s public debt was forecast to rise towards 190% of GDP, before some of its private-sector creditors agreed to a bigger write-off of what they are owed. Italy’s public debt, by contrast, is set to stabilise at around 120% of GDP in 2012. Its government will run a small surplus on its “primary” budget (ie, excluding interest costs) this year, and an overall deficit of less than 4% of GDP, below the euro-area average. Explore our interactive guide to Europe's troubled economies.Italy has fewer foreign debts than the other troubled euro-zone countries, as it ran only modest current-account deficits in the boom years. Its net international debt (what Italy’s businesses, householders and government owe to foreigners, less the foreign assets they own) was 24% of GDP in 2010, not much above that of Britain or America, and well below the position in Greece (96%), Portugal (107%) or Spain (90%). Indeed Italy’s overall private-sector debts are modest by rich-country standards. This matters for the nation’s solvency. If less wealth goes outside Italy to service foreign debts, more is left to tax".
"Frage: Was wäre der Worst Case für die kommenden Jahre?
Krugman: Italien verlässt den Euro. Kunden ziehen ihre Einlagen ab. Banken schließen. Spanien wird mit nach unten gezogen. Wahrscheinlich fällt dann auch Frankreich. Die Konsequenz: Der Euro mutiert zu einer erweiterten Deutschen Mark. Ich kann kaum glauben, was ich da sage. Auch wenn es schwerfällt: Das hat eine Wahrscheinlichkeit von bis zu 40 Prozent".
Kapitalismus in der Reichtumsfalle. Mehr Schulden statt mehr Wohlstand – das Wirtschaftssystem, wie wir es kennen, funktioniert nicht mehr gut. Warum es sich lohnt, nach Alternativen zu fragen, von Wolfgang Uchatius, Die Zeit, 11/11/2011.
"Es gibt einen Geldbetrag, der das sehr gut veranschaulicht: 381 Milliarden Euro. Er beziffert den Zuwachs des deutschen Bruttoinlandsprodukts in den Jahren 2000 bis 2007, also noch vor Beginn der Finanzkrise, ermittelt vom Statistischen Bundesamt. Umgerechnet auf die 82 Millionen Bundesbürger bedeutet das: Das Einkommen des durchschnittlichen Deutschen ist in diesen Jahren um 4.646 Euro gestiegen. Das ist weniger als früher, aber man soll ja nicht gierig sein. 4.646 Euro, davon kann man sich schon ein paar weitere Dinge kaufen. Die wahre Bedeutung der 381 Milliarden erschließt sich erst, wenn man sie mit einer zweiten Zahl vergleicht. Sie beziffert den Zuwachs der deutschen Staatsverschuldung in den Jahren 2000 bis 2007. Diese zweite Zahl lautet ebenfalls: 381 Milliarden Euro. Schon im Deutschland vor der Krise wurde der neue Wohlstand also durch neue Schulden erkauft. Man hat ihn sich geborgt. Das Wachstum ist ein Scheinwachstum. Die deutsche Wirtschaftsmaschine läuft, aber sie dreht leer".
Pour les marchés, la dette française est de moins en moins un placement sans risque, par Clement Lacombe, Le Monde, 11/11/2011.
"Mais si les tensions ne s'apaisent pas, les marchés risquent de partir à la recherche d'une nouvelle cible. "Après l'Italie, on peut imaginer que ce soit l'Espagne ou la Belgique, note M. Mourier, et pourquoi pas la France", dont le secteur bancaire est aujourd'hui le plus exposé à la dette italienne. Mais le creusement du spread signifie aussi que la France est jaugée sur sa capacité à améliorer ses finances publiques et préserver son Aaa. Le tout dans un environnement économique très incertain : mercredi, la Banque de France a indiqué prévoir une croissance nulle au quatrième trimestre. "Au-delà de trois mois, personne ne voit plus grand-chose", juge M. Mourier. Lundi, Paris a aussi présenté un nouveau plan de rigueur, destiné à assurer le retour à l'équilibre des comptes publics en 2016. Un plan suffisant pour garder sa note AAA et rassurer les marchés ? "Avec ces mesures, la France gardera cette fois-ci sa note maximale, juge M. Touati. Mais la question n'est plus de savoir si la France perdra son AAA, mais quand.""La France a de facto perdu son triple A", explique de son côté l'économiste Jacques Attali au quotidien La Tribune jeudi. Et d'ajouter, tout en appelant à de plus fortes hausses d'impôt : "Inutile de s'acharner sur cette note."