«Συγκυβέρνηση ΠΑΣΟΚ και ΝΔ, αυτή τη στιγμή, συνιστά κοινοβουλευτική χούντα», δήλωσε ο σύμβουλος του προέδρου της ΝΔ, Δημήτρης Σταμάτης, απορρίπτοντας τα σενάρια περί κυβερνητικής συνεργασίας.
Παρατήρησε επίσης ότι ο υπουργός Οικονομικών δεν παρουσίασε ως προαπαιτούμενο τη ψήφιση της νέας δανειακής σύμβασης με 180 ψήφους.
«Έχω αντίθετη ερμηνεία από αυτή που είδα να αποτυπώνεται σήμερα στον Τύπο. Ο κ. Βενιζέλος δεν είπε ότι θα φέρει αυτή τη σύμβαση να ψηφιστεί με 180. Είπε ότι, ει δυνατόν να ψηφιστεί με 180. Ξέρετε γιατί το είπε αυτό; Διότι ως συνταγματολόγος γνωρίζει ότι δεν μπορεί να ψηφιστεί σύμβαση με παραχώρηση εθνικής κυριαρχίας και εθνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων», επεσήμανε ο κ. Σταμάτης μιλώντας στο ραδιοσταθμό Βήμα FM.
Τόνισε τέλος ότι «προτείνονται άπειρες λύσεις εκτός από μια, να μην μιλήσει και να μην κρίνει ο λαός», δηλαδή εκλογές, και διερωτήθηκε τι είδους δημοκρατία είναι αυτή.
Ο κ. Παπαδήμος μίλησε, του Γιάννη Βαρουφάκη, protagon.gr, 13/11/2010.
"Απολύτως τίποτα που να έχει την παραμικρή σημασία. Ο κ. Παπαδήμος ουσιαστικά επαναμάσησε την "γραμμή" της ΕΚΤ και του κ. Παπακωνσταντίνου. Ήταν μια ομιλία cut and paste της επίσημης άποψης για το τι συνέβη, τι γίνεται και το που πάμε. Ήταν σαν να εκτελούσε εντεταλμένη υπηρεσία, σαν να ήταν ακόμα ο Αντιπρόεδρος της ΕΚΤ που δεν μπορούσε να διακινδυνεύσει ούτε μια λέξη εκτός της τετριμμένης αφήγησης. Το κοινό του πρέπει να έπληξε αφάνταστα στην αίθουσα του Μέγαρον Plus - θα μπορούσαν να έχουν μείνει στα σπίτια τους διαβάζοντας έναν οποιοδήποτε λόγο του κ. Trichet, του κ. Παπακωνσταντίνου, του οποιουδήποτε εκπροσώπου της τρόικας"
Παπαδήμος, η χαρά του λαού, posted by e-cynical, 10/11/2011.

" Ο λαός μπορεί τώρα να ανακουφιστεί. Στις τουαλέτες ή και αλλού. Μπορεί να βγει και στους δρόμους ακόμα και να πανηγυρίσει. Το σάπιο πλέον πολιτικό σύστημα στριμώχτηκε στη γωνία, με κατεβασμένη την ουρά, ηττημένο και αδύναμο. Προσπάθησε χθες να παίξει τα τελευταία του χαρτιά με Πετσάλνικο, Βενιζέλο κλπ, μα δεν πρόκανε. Ο λαός ξεσπάθωσε. Οι βουλευτές ξεσπάθωσαν. Άρχισαν να στέλνουν εδώ κι εκεί σωρηδόν επιστολές διαμαρτυρόμενοι για την καταρράκωση της αξιοπρέπειάς τους, για το πώς θα ήταν δυνατόν ένα ολίγιστος πολιτικός, να αναλάβει να οδηγήσει το έθνος στην οδό της σωτηρίας, όταν μάλιστα οι άριστοι κι οι εκλεκτοί βρίσκονταν ήδη απ’ όξω πανέτοιμοι, αδέκαστοι και αποφασιστικοί. Αδίστακτοι; Μπα! Ούτε κατά διάνοια. Ο λαός πρέπει να είναι πολύ ευχαριστημένος για την επιτευχθείσα «εθνική συνεννόηση». Μ’αυτό κοιμόντουσαν η Λαγκάρντ, και οι Μερκόζυ, μ’ αυτόν τον καημό ξύπναγαν τα κανάλια, ο ΣΕΒ, κι οι τραπεζίτες. Κι από δίπλα, με τον ίδιο καημό, κι ο λαός. Ο Παπαδήμος έχει πολλά προσόντα, παχύ βιογραφικό, βαρύ λόγο στας Ευρώπας, δεν χαμπαρίζει από πολιτικές, μίκρο και μάκρο. Από πολιτικές και πολιτικούς που έφτασαν, όπως έφτασαν, εδώ τον λαό και την χώρα του. Ο Παπαδήμος είναι εχέφρων κι αξιόπιστος. Θα ανεβάσει την αξιοπιστία και θα αποκαταστήσει το καλό όνομα της χώρας στα ευρωπαϊκά σαλόνια. Ο καθείς πλέον, θα μπορεί να πίνει ανενόχλητος τον καφέ του στο Παρίσι, χωρίς να αναγκάζεται να υφίσταται την επιτιμητική ματιά του κάθε σερβιτόρου, θα μπορεί να διαβαίνει με άνεση και με ψηλά το κεφάλι το κατώφλι του Harrods και θα μπορεί να ανεμίζει περήφανος την πιστωτική του κάρτα. Ο Παπαδήμος θα την κάνει καλά τη δουλειά. Γιατί είναι άριστος σ’ αυτό και ικανός. Άλλωστε τέτοιους ανθρώπους θέλουμε στο τιμόνι της χώρας. Θα υλοποιήσει στο ακέραιο τις συμφωνίες της 26-27 Οκτωβρίου, θα επιβάλει τα μέτρα που απορρέουν από αυτές, χωρίς να παρεμποδίζεται πλέον από ανίκανους πολιτικούς που μέχρι τώρα δεν μπόρεσαν, οι άχρηστοι, να εφαρμόσουν ολάκερο ούτε ένα από αυτά, θα προχωρήσει στην «αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας», και για να μην μακρηγορώ, όλα απολύτως τα συμφωνηθέντα. Γι αυτό και ο λαός είναι πολύ χαρούμενος σήμερα και γιορτάζει. Γιατί έχουμε έναν στιβαρό και ακέραιο καπετάνιο που θα τα εφαρμόσει όλα, και μάλιστα εις το ακέραιο!".
Ο Παπανδρέου και ο Σαμαράς πρέπει να αποχωρήσουν, του Γρηγόρη Καλφέλη, tovima.gr 11/11/2011
Όμως και ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης πρέπει να αποχωρήσει, γιατί έχει αναδειχθεί σε μια μοιραία προσωπικότητα!
Επί δύο χρόνια δυναμίτισε θανάσιμα κάθε ευρωπαϊκή προσπάθεια διάσωσης αυτής της χώρας (διαπαιδαγωγώντας ένα μεγάλο τμήμα του πληθυσμού με την αντίστοιχη λογική) και σήμερα μιλάει κιόλας για άμεσες εκλογές, υπονομεύοντας εμφανώς την δυναμική της καινούργιας κυβέρνησης, ώστε ο ίδιος να γίνει γρήγορα πρωθυπουργός.
Αν θέλουμε να αλλάξουμε κάτι σε αυτό τον τόπο, δεν πρέπει πια να επιβραβεύουμε ανθρώπους που βάζουν την προσωπική τους άμετρη φιλοδοξία πάνω από την πατρίδα!
Ποιο είναι το συμπέρασμα; Ας ελπίσουμε ότι με την κυβέρνηση συνασπισμού θα αρχίσει μια νέα εποχή. Σε αυτή την εποχή δεν έχουν θέση ούτε ο Παπανδρέου, ούτε ο Σαμαράς!
Προς νέο πολιτικό σκηνικό, του Γιώργου Δελαστίκ, Έθνος 11/11/2011
Η ΝΔ όμως θα έχει απώλειες σε πολλά επίπεδα. Πρώτα πρώτα ο Α. Σαμαράς απογοήτευσε μεγάλο τμήμα της κομματικής και εκλογικής βάσης της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Από εκεί που για πρώτη φορά στη ζωή τους οι δεξιοί ψηφοφόροι αισθάνονταν ότι υπερέχουν των ψηφοφόρων του ΠΑΣΟΚ και σε πατριωτισμό και σε φιλολαϊκότητα, τώρα πρέπει να αντιμετωπίσουν τη χλεύη τους για το ότι καθυστερημένα συντάσσονται στη γραμμή Παπανδρέου που μέχρι τώρα λοιδορούσαν. Χαμένη βρίσκεται η ΝΔ, όπως προαναφέραμε, και λόγω του ότι παύει πλέον να αποτελεί πόλο έλξης δυσαρεστημένων με το Μνημόνιο ψηφοφόρων του ΠΑΣΟΚ.
Παράλληλα, με τη στροφή του ο πρόεδρος της ΝΔ γκρέμισε το μέχρι πρότινος αδιαπέραστο τείχος που είχε υψώσει με την αντιμνημονιακή πολιτική του μεταξύ του κόμματός του και του ΛΑΟΣ, το οποίο είχε εξαρχής ταχθεί αναφανδόν υπέρ του Μνημονίου. Κανένας ψηφοφόρος της ΝΔ, όσο δεξιός και αν ήταν, δεν διενοείτο να μετακινηθεί προς τον ΛΑΟΣ αν δεν ήταν υποστηρικτής της μνημονιακής πολιτικής.
Αυτό το φράγμα έπεσε από τη στιγμή που η ΝΔ προσχώρησε στο "μνημονιακό" στρατόπεδο. Διευκολύνονται έτσι οι μετατοπίσεις ψηφοφόρων της ΝΔ προς τον ΛΑΟΣ - πόσω μάλλον που τώρα πλέον οι ηγεσίες των δύο κομμάτων της Δεξιάς συνεργάζονται αρμονικά ακόμη και σε κυβερνητικό επίπεδο υπό τον πρωθυπουργό Λ. Παπαδήμο.
Οσο για τον Γιώργο Καρατζαφέρη, πετυχαίνοντας να συμμετάσχει στη συγκυβέρνηση κατόρθωσε να αποτινάξει τη ρετσινιά του ακραίου δεξιού κόμματος με το οποίο κανένας δεν θέλει να συνεργαστεί και περνάει τώρα ως ισότιμος παίκτης στην κεντρική πολιτική σκηνή, πλήρως αποδεκτός. Αντικειμενικά τέθηκαν οι βάσεις για μετεκλογική συνεργασία ΝΔ - ΛΑΟΣ!
Πρόκληση
Η Αριστερά μόνη στην αντιπολίτευση
Θα εκμεταλλευθεί εκλογικά άραγε η Αριστερά και κυρίως το ΚΚΕ και ο ΣΥΡΙΖΑ το γεγονός ότι μετά τη στροφή της ΝΔ της ανήκει πλέον αποκλειστικά όλος ο χώρος της αντιμνημονιακής αντιπολίτευσης; Παρόλο που είναι βέβαιο πως όλα τα κόμματα της Αριστεράς θα σημειώσουν εκλογική άνοδο, η καταφατική απάντηση στο ανωτέρω ερώτημα δεν είναι τόσο εύκολη όσο φαίνεται. Πέραν πάσης αμφιβολίας, η συγκλονιστική απεργία και διαδήλωση της 19ης Οκτωβρίου και τα πρωτοφανή γεγονότα στις παρελάσεις της 28ης Οκτωβρίου πυροδότησαν την παραίτηση Παπανδρέου. Η πρωθυπουργοποίηση Παπαδήμου όμως απορρόφησε τους πολιτικούς κραδασμούς και τα κόμματα - πυλώνες του συστήματος συσπειρώθηκαν με τη συγκυβέρνηση. Θα δούμε αν η Αριστερά μπορεί να κερδίσει από αυτή την αναμέτρηση.

"Στη συνέντευξη Τύπου που παραχώρησε χτες, κατά την επίσκεψή του στην Τρίπολη, ο βουλευτής κ. Γρηγόρης Ψαριανός, αναφερθείς στην πρωθυπουργοποίηση του κ. Λουκά Παπαδήμου, δηλωσε: «Είναι (σ.σ.: ο κ. Παπαδήμος) ένας άνθρωπος που μπορεί να αποτελεί εγγύηση, γιατί είναι αποδεκτός και από την κοινωνία και από το πολιτικό κατεστημένο και από τις τράπεζες, τα χρηματιστήρια, την Ευρώπη και το μέσο πολίτη. Νομίζω δεν θα είναι μαριονέτα, δεν θα είναι κούριερ κανενός, ούτε διαμεσολαβητής του δικομματισμού και ταχυδακτυλουργός για να διατηρήσει τις ισορροπίες του δικομματισμού, που είναι γαντζωμένος στην εξουσία και δεν θέλει να αποχωρήσει» («Βήμα», ηλεκτρονική έκδοση). Οχι. Ο κ. Ψαριανός- που τόσο θαυμάζει εκείνες τις πολιτικές επιλογές που γίνονται αποδεκτές «από το πολιτικό κατεστημένο, από τις τράπεζες, τα χρηματιστήρια» -ο κ. Ψαριανός- που τις επιλογές οι οποίες είναι αποδεκτές από το πολιτικό κατεστημένο, από τις τράπεζες και από τα χρηματιστήρια, τις διαχωρίζει (!) από τις επιλογές του... δικομματισμού - δεν είναι βουλευτής του ΠΑΣΟΚ, ούτε κάποιου εκ των κομμάτων της ΝΔ και του ΛΑ.Ο.Σ. που συναποφάσισαν τις γνωστές εξελίξεις. Είναι βουλευτής του κόμματος της «Δημοκρατικής Αριστεράς» του κ. Φώτη Κουβέλη...".
Wolfgang Streeck: THE CRISES OF DEMOCRATIC CAPITALISM, New Left Review, 71, September-October 2011. (Μέρος Β΄της Μετάφρασης), σε μετάφραση από το Μανώλη Βαρδή
2. Μετα-πολεμικοί διακανονισμοί.
Ο μετα-πολεμικός καπιταλισμός πέρασε την πρώτη του κρίση στη δεκαετία που ακολούθησε τα τέλη των 60’s όταν ο πληθωρισμός άρχισε να ανεβαίνει ταχύτατα στον δυτικό κόσμο, καθώς η φθίνουσα οικονομική ανάπτυξη έκανε δύσκολη τη διατήρηση της πολιτικο- οικονομικής φόρμουλας μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας. Αυτή η φόρμουλα περιλάμβανε τις οργανωμένες εργατικές τάξεις να αποδέχονται τις καπιταλιστικές αγορές και τα δικαιώματα ιδιοκτησίας σ’ αντάλλαγμα της πολιτικής δημοκρατίας, γεγονός που τις έκανε να πετύχουν κοινωνική ασφάλεια και διαρκώς αυξανόμενο επίπεδο διαβίωσης. Περισσότερο από δύο δεκαετίες ανεμπόδιστης ανάπτυξης κατέληξε σε βαθιά ριζωμένες λαϊκές αντιλήψεις συνεχούς οικονομικής προόδου σαν δικαίωμα του δημοκρατικού πολίτη- αντιλήψεις που μεταφράστηκαν σε πολιτικές προσδοκίες που οι κυβερνήσεις ήταν αναγκασμένες να τιμούν, αλλά όλο και λιγότερο μπορούσαν, καθώς η ανάπτυξη επιβραδύνθηκε.
Η δομή του μετα-πολεμικού διακανονισμού μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας ήταν βασικά η ίδια σε μία ευρεία γκάμα διαφορετικών κρατών όπου ο δημοκρατικός καπιταλισμός εγκαθιδρύθηκε. Περιελάμβανε ένα επεκτεινόμενο κράτος πρόνοιας, το δίκαιο των εργαζομένων για συλλογικές διαπραγματεύσεις και μία πολιτική υπόσχεση για πλήρη απασχόληση, που την προσυπέγραφαν κυβερνήσεις που χρησιμοποιούσαν κεϋνσιανές πολιτικές. Όταν η ανάπτυξη άρχισε να διακόπτεται στο τέλος των 60’s αυτός ο συνδυασμός κατέστη προβληματικός. Ενώ οι ελεύθερες συλλογικές διαπραγματεύσεις κατέστησαν ικανούς τους εργαζομένους δια των σωματείων τους να επιδρούν στις σταθερές ανά έτος μισθολογικές αυξήσεις, η υπόσχεση των κυβερνήσεων για πλήρη απασχόληση μαζί μ’ ένα εκτεταμένο κράτος πρόνοιας προστάτευε τα συνδικάτα από πιθανές απώλειες στην απασχόληση, που προκαλούνταν από μισθολογικούς διακανονισμούς, σε έναν πληθωρισμό παραγωγικής ανάπτυξης. Η κυβερνητική πολιτική λοιπόν μεγιστοποίησε τη διαπραγματευτική δύναμη των συνδικάτων πέρα απ΄ ό,τι θα μπορούσε ν’ αντέξει η ελεύθερη αγορά. Στα τέλη των 60’s αυτό εκφράστηκε σ’ ένα παγκόσμιο ρεύμα εργατικής μαχητικότητας, η οποία ενισχυόταν από ένα ισχυρό αίσθημα πολιτικού δικαιώματος για αυξανόμενο επίπεδο ζωής και δεν είχε το φόβο της ανεργίας.
Στα ακόλουθα χρόνια οι κυβερνήσεις όλου του δυτικού κόσμου αντιμετώπισαν το ερώτημα πως τα συνδικάτα θα μετριάσουν τις μισθολογικές απαιτήσεις των μελών τους, χωρίς να απεμπολήσουν την κεϋνσιανή υπόσχεση της πλήρους απασχόλησης. Σε κοινωνίες όπου η θεσμική δομή του συστήματος της συλλογικής διαπραγμάτευσης δεν οδηγούσε σε μία διαπραγμάτευση τριμερών «κοινωνικών συμβολαίων», οι περισσότερες κυβερνήσεις παρέμειναν πεπεισμένες σε όλα τα 70’s ότι επιτρέποντας την ανεργία ν’ αυξηθεί με σκοπό την τιθάσευση των μισθολογικών αυξήσεων, θα ήταν πολύ επικίνδυνο για την επιβίωση τους, εάν όχι για τη σταθερότητα της καπιταλιστικής δημοκρατίας ως τέτοιας. Η μόνη διέξοδος θα ήταν μία βολική νομισματική πολιτική, η οποία ενώ επιτρέπει τις συλλογικές διαπραγματεύσεις και την πλήρη απασχόληση, το κάνει με κόστος την αύξηση του πληθωρισμού σε επίπεδα που αυξάνονταν με το χρόνο.
Στα αρχικά στάδια ο πληθωρισμός δεν ήταν τόσο ένα πρόβλημα για τους εργαζόμενους των ισχυρών συνδικάτων, που ήταν αρκετά ισχυροί πολιτικά για να πετύχουν de facto τιμαριθμικές αναπροσαρμογές. Ο Πληθωρισμός ήλθε κυρίως σε βάρος των πιστωτών και αυτών που κρατούσαν περιουσιακά στοιχεία, ομάδες που δεν ήταν τόσο ισχυρές στα 60’ s και στα 70’ s. Είναι γι’ αυτό το λόγο που ο πληθωρισμός περιγράφεται σαν νομισματική αντανάκλαση μίας σύγκρουσης διανομής μεταξύ μίας εργατικής τάξης, που ζητούσε μόνιμη ασφάλεια απασχόλησης και ένα υψηλότερο ποσοστό στα έσοδα της χώρας και μίας καπιταλιστικής τάξης που επιδίωκε να μεγιστοποιήσει την επιστροφή του κεφαλαίου. Καθώς και οι δύο πλευρές ενεργούσαν στη βάση ασύμβατων ιδεών για το τι είναι δικαίωμά τους, η μία δίνοντας έμφαση στα δικαιώματα του πολίτη και η άλλη σ’ αυτά της ιδιοκτησίας και της δύναμης των αγορών, ο πληθωρισμός μπορεί να θεωρηθεί μία έκφραση ανομίας σε μία κοινωνία, η οποία για δομικούς λόγους, δεν μπορεί να σταθεροποιηθεί σε κοινά κριτήρια κοινωνικής δικαιοσύνης. Αυτό το νόημα είχε η παρέμβαση του βρετανού κοινωνιολόγου John Golthorpe, που υποστήριζε στα τέλη των 70’s ότι ο υψηλός πληθωρισμός είναι ανεξάλειπτος σε μία δημοκρατική καπιταλιστική κοινωνία που επιτρέπει σε εργαζόμενους και πολίτες να διορθώνουν τα αποτελέσματα της αγοράς δια μέσου της κοινής πολιτικής πράξης [John Goldthorpe, ‘The Current Inflation: Towards a Sociological Account’, in Fred Hirsch and Goldthorpe, eds, The Political Economy of Inflation, Cambridge, ma 1978]
Για τις κυβερνήσεις που αντιμετώπιζαν συγκρουόμενα αιτήματα από εργαζομένους και κεφάλαιο σε έναν κόσμο φθίνουσας ανάπτυξης, αυτού του είδους η νομισματική πολιτική υπήρξε μία ersatz μέθοδος για να αποφευχθεί μία σύγκρουση μηδενικού αθροίσματος. Στα αμέσως μετα- πολεμικά χρόνια, η οικονομική ανάπτυξη είχε εφοδιάσει τις κυβερνήσεις με πρόσθετα αγαθά και υπηρεσίες, με τα οποία θα μπορούσαν να αποτρέψουν ταξικούς ανταγωνισμούς. Τώρα οι κυβερνήσεις πρέπει να τα καταφέρουν με πρόσθετα χρήματα, ακόμη μη καλυπτόμενα από την πραγματική οικονομία, σαν έναν τρόπο να φέρουν μελλοντικές πηγές στην παρούσα κατανάλωση και διανομή. Αυτός ο τρόπος της ειρήνευσης της σύγκρουσης, όσο αποτελεσματική και αν ήταν, δεν θα μπορούσε να συνεχιστεί ατελείωτα. Όπως ο Hayek δεν κουράστηκε να τονίζει ο αυξανόμενος πληθωρισμός αναπόφευκτα οδηγεί σε μη διαχειρίσιμες οικονομικές αναταράξεις στις σχετικές τιμές, στη σχέση μεταξύ σταθερών και παροδικών εισοδημάτων, και σ’ αυτό που οι οικονομολόγοι αναφέρουν σαν "οικονομικά κίνητρα". Στο τέλος προκαλώντας καλεκιανές αντιδράσεις από όλο και αυξανόμενους υποψιασμένους καπιταλιστές, ο πληθωρισμός θα προκαλέσει ανεργία, πλήττοντας τους εργαζόμενους εκείνους των οποίων τα συμφέροντα υπηρετούσε. Σ’ αυτό το σημείο, στο τέλος, κυβερνήσεις του δημοκρατικού καπιταλισμού θα πιεστούν να σταματήσουν μισθολογικούς διακανονισμούς και να καθιερώσουν νομισματική πειθαρχία.
3. Χαμηλός πληθωρισμός, υψηλή ανεργία.
Ο πληθωρισμός δαμάστηκε μετά το 1979 όταν ο Paul Volcker, άρτι διορισθείς από τον πρόεδρο Κάρτερ στην FED, αύξησε τα επιτόκια πάρα πολύ, προκαλώντας ραγδαία αύξηση της ανεργίας σε επίπεδα που δεν υπήρξαν ποτέ μετά την Μεγάλη Ύφεση. Το πραξικόπημα του Volcker σταθεροποιήθηκε όταν ο πρόεδρος Ρήγκαν, που λέγεται ότι αρχικά είχε φοβηθεί από τις πολιτικές επιπτώσεις της αντι- πληθωριστικής πολιτικής του Volcker, επανεξελέγη το 1984. Η Θάτσερ επίσης κέρδισε μία δεύτερη θητεία το 1983 παρά την υψηλή ανεργία και τη ραγδαία από-βιομηχανοποίηση, που προκλήθηκαν, ανάμεσα στα άλλα, και από μία περιορισμένη νομισματική πολιτική. Σε ΗΠΑ και ΜΒ ο απο- πληθωρισμός συνοδεύτηκε από αποφασιστικές επιθέσεις στα συνδικάτα, επιτομή των οποίων ήταν η νίκη του Ρήγκαν επί των Ελεγκτών Εναέριας Κυκλοφορίας και της Θάτσερ επί των ανθρακωρύχων. Στα επόμενα χρόνια, τα ποσοστά πληθωρισμού στον καπιταλιστικό κόσμο παρέμειναν συνεχώς χαμηλά, ενώ η ανεργία συνέχιζε σταθερά την ανοδική της πορεία.
Παράλληλα, ο συνδικαλισμός έφθινε παντού, και οι απεργίες τόσο σπάνια φαινόμενα που μερικές χώρες σταμάτησαν να κρατούν και στατιστικά.
Η νεοφιλελεύθερη εποχή άρχισε όταν οι αγγλο-αμερικανικές κυβερνήσεις πέταξαν σε αχρηστία την μεταπολεμική σοφία του δημοκρατικού καπιταλισμού, που ισχυρίζεται ότι η ανεργία θα υποσκάψει την πολιτική υποστήριξη, όχι μόνο για την τρέχουσα κυβέρνηση αλλά και για το ίδιο το σύστημα. Τα πειράματα των Ρήγκαν και Θάτσερ στα εκλογικά τους σώματα έτυχαν ιδιαίτερης παρατήρησης από διαμορφωτές πολιτικής παγκόσμια. Αυτοί που είχαν πιστέψει ότι το τέλος του πληθωρισμού θα σήμαινε και το τέλος της οικονομικής αταξίας, γρήγορα θα απογοητεύονταν. Καθώς ο πληθωρισμός υποχωρούσε, το δημόσιο χρέος άρχισε ν’ αυξάνεται, και μάλιστα απροσδόκητα [Already in the 1950s Anthony Downs had noted that in a democracy the demands from citizens for public services tended to exceed the supply of resources available to government; see for example, ‘Why the Government Budget Is Too Small in a Democracy’, World Politics, vol. 12, no. 4, 1960. See also James O’Connor, ‘The Fiscal Crisis of the State’, Socialist Revolution, vol. 1, nos 1 and 2, 1970] Το αυξανόμενο δημόσιο χρέος στα 80’s είχε πολλές αιτίες. Η στάσιμη ανάπτυξη έκανε τους φορολογούμενους ν’ αποφεύγουν τη φορολόγηση, και με το τέλος του πληθωρισμού αυτόματες αυξήσεις φόρων, που ονομάζονταν «bracket creep», επίσης τερματίστηκαν. Το ίδιο ισχύει και για τη συνεχή υποτίμηση του δημόσιου χρέους μέσω των ασθενών εθνικών νομισμάτων, μία διαδικασία που κατ’ αρχήν είχε ολοκληρώσει την οικονομική ανάπτυξη, και μετά την υποκατέστησε, μειώνοντας το συσσωρευμένο χρέος μίας χώρας. Στην πλευρά της δαπάνης, η αυξανόμενη ανεργία, που προκλήθηκε από τη νομισματική σταθερότητα, απαιτούσε αυξανόμενα έξοδα για κοινωνική αρωγή. Έτσι, τα διάφορα κοινωνικά δικαιώματα που δημιουργήθηκαν στα 70’s σαν ανταμοιβή για την μετριοπάθεια των συνδικαλιστικών ενώσεων, άρχισαν να ωριμάζουν και να μετατρέπονται σε επιβαρύνσεις των δημόσιων οικονομικών.
Με τον πληθωρισμό να μην είναι πια σε θέση να γεφυρώσει το χάσμα μεταξύ των αιτημάτων των πολιτών και αυτά των αγορών, το βάρος της εξασφάλισης της κοινωνικής ειρήνης έπεσε στο κράτος. Το δημόσιο χρέος εμφανίστηκε, για λίγο, να είναι ένα βολικό δομικό ανάλογο του πληθωρισμού. Όπως και ο πληθωρισμός, το δημόσιο χρέος κατέστησε δυνατή την εισαγωγή πηγών στις συγκρούσεις διανομής της εποχής που ακόμα δεν είχαν παραχθεί, επιτρέποντας στις κυβερνήσεις ν’ αντλούν από μελλοντικές πηγές, προσθετικά σ’ αυτές που ήδη υπήρχαν. Καθώς η μάχη μεταξύ της αγοράς και της κοινωνικής διανομής μεταφέρθηκε από την αγορά εργασίας στην πολιτική αρένα, η πίεση του εκλογικού σώματος αντικατέστησε τις απαιτήσεις των συνδικάτων. Αντί να πληθωρίζουν το νόμισμά τους, οι κυβερνήσεις άρχισαν να δανείζονται σε υψηλό βαθμό για να φροντίσουν για τις ανάγκες των πολιτών για υπηρεσίες και οφέλη, μαζί με τις αξιώσεις τα εισοδήματα να αντανακλούν τη δικαιοσύνη της αγοράς και έτσι να μεγεθύνουν την κερδοφόρα χρήση των παραγωγικών πηγών. Ο χαμηλός πληθωρισμός βοηθούσε σ’ αυτό, καθώς εξασφάλιζε στους πιστωτές ότι τα κυβερνητικά ομόλογα θα διατηρούσαν την αξία τους επί μακρόν.
Όπως ακριβώς με τον πληθωρισμό, η συσσώρευση του δημόσιου χρέους δεν μπορεί να συνεχίζεται απεριόριστα. Οι οικονομολόγοι εδώ και καιρό έχουν προειδοποιήσει ότι τα δημόσια ελλείμματα «αποτρέπουν» (crowding out) την ιδιωτική επένδυση, προκαλώντας υψηλά επιτόκια και χαμηλή ανάπτυξη. Αλλά δεν μπορούσαν να προσδιορίσουν πού ήταν το σημείο τομής. Πρακτικά, φάνηκε πιθανό, τουλάχιστον για λίγο, να κρατηθούν χαμηλά τα επιτόκια μέσω της απορρύθμισης των αγορών, ενώ παράλληλα να συγκρατηθεί ο πληθωρισμός μέσω συνεχούς καταπολέμησης του συνδικαλισμού [Greta Krippner, Capitalizing on Crisis: The Political Origins of the Rise of Finance, Cambridge, ma 2011]
Οι ΗΠΑ ιδιαίτερα, με τα ασυνήθιστα χαμηλά επίπεδα εγχώριας αποταμίευσης, γρήγορα πούλησαν τα ομόλογά τους όχι απλά σε πολίτες, αλλά σε ξένους επενδυτές, περιλαμβάνοντας διαφόρων ειδών χαρτοφυλάκια. [David Spiro, The Hidden Hand of American Hegemony: Petrodollar Recycling and International Markets, Ithaca, ny 1999]. Ακόμα περισσότερο, καθώς τα χρέη ανέβαιναν, ένα μεγάλο μέρος των δημόσιων εξόδων έπρεπε να κατευθυνθεί στην εξυπηρέτηση του χρέους, ακόμα και με τα επιτόκια χαμηλά. Πάνω απ’ όλα, πρέπει να υπήρχε ένα σημείο, μολονότι άγνωστο εκ των προτέρων, στο οποίο οι πιστωτές, εγχώριοι και ξένοι, θα άρχιζαν να ανησυχούν ότι δεν θα πάρουν πίσω τα λεφτά τους. Άρχισαν τότε να εμφανίζονται πιέσεις από τις «οικονομικές αγορές» για σταθεροποίηση των προϋπολογισμών και επιστροφή στη δημοσιονομική πειθαρχία.
"Another source said there was a desire to establish a permanent body to take on some of the work of the troika, which consists of inspectors from the Commission, the European Central Bank and the International Monetary Fund. "You need someone who can speak Greek but who is not on the side of the Greeks," said the source. "Their powers would be tied to the conditionality of the loan. It has to be presented carefully -- call it technical assistance or something. You can't trample all over them." Such a blatant move to impinge on sovereignty would put the European Commission in an uncomfortable position. It wants a bigger role in setting national budgets, but draws the line at implementing them. While such a move may reassure lenders such as Germany that further loans to Greece are safe, it would likely antagonize Ireland, which would fear receiving the same treatment, despite having made rapid progress on spending cuts. One EU official cautioned that fierce resistance in Athens, Dublin and other capitals made the idea all but unworkable, as such a program would require their support".
11/11/2011, ώρα 11 και 11'