|
Η φωτογραφία της ημέρας

(Αναμνηστική αφίσα για την εθνική γιορτή των Τούρκων...)
Κάθε χρόνο τέτοια ημέρα -30 Αυγούστου- οι Τουρκικές Ένοπλες Δυνάμεις βγάζουν και μερικές αφίσες ή βίντεο σχετικά με την επέτειο της νίκης σε βάρος των ελληνικών δυνάμεων. Στο φετινό βίντεο μεταξύ αλλων εμφανίζονται γνωστοί ηθοποιοί, ανάπηροι πολέμου, τραγουδιστές -μεταξύ τους και ο Φερχάτ Γκιοτζέρ που μας είχε κουβαληθεί στην Ξάνθη- οι οποίοι εύχονται επ΄ευκαιρία της επετείου. Ένα μεγάλο μέρος του μπορείτε να το να το βρείτε στην διεύθυνση : http://www.youtube.com/watch?v=4QtydBTb6KQ, posted by tourkikanea.wordpress.com
Μ. Κανελλή, Η γυναίκα με τα παρθένα μάτια, Νέα Εστία Κ΄(1936), από την Ανθολογία του Ρένου Αποστολίδη, Το Διήγημα, 4ος τόμος, σσ. 147-160 (για τη μεταφορά Μ. Βαρδής)
(5o Mερος)-Τα υπόλοιπα τμήματα του κειμένου μπορείτε να τα βρείτε στην παράπλευρη στήλη 'Αφιερώματα'
Ένα βράδυ-ήταν η παραμονή του θανάτου μου!-με κάλεσαν σ’ ένα άρρωστο (…..)
Έτρεξα στο σπίτι της. Σιγή. Η πόρτα ήταν κουφωτή. Εμπήκα. Στον κοιτώνα της άκουσα βουβά χάδια κούφιας και κουρασμένης παλάμης˙ έκλυτα ψιθυρίσματα από στόμα που εστράγγιξε πλέον όλο του το διαθέσιμο φίλημα και τώρα μιλεί…
Ένιωσα να σπάζει τα γόνατά μου κάτι σαν αόρατο τσεκούρι λοτόμου.
Αφουγκράσθηκα:
-Μ’ αγαπάς;
-Όχι.
(Κατάρα! Τα ίδια της λόγια τώρα τάλεγε σ’ άλλον άρρενα, τα ίδια της λόγια!)
(….)
Ω, ουρανέ, χτύπα τη γη και κάμε την τάφο! Τα ίδια της λόγια, η εταίρα! Με τα αθώα της λόγια εσκέπαζε τα λάγνα της έργα! Με τη λεκτική άρνηση του στόματος εκάλυπτε την επονείδιστη προσφορά της λαγόνος της…
-Άτιμη!
Όρμησα στη κρεβατοκάμαρά μας με το πιστόλι στο γρόθο. Τους είδα-αυτόν κι αυτή, αποροφημένους στη σύραξη των φύλων. Πυροβολώ τον εραστή! Μου ξεφεύγει, πηδά από το παράθυρο, κρύβει τη λάσπη του στις σκιές της νυκτός, της νυκτός που σέρνονταν έξω, στο δρόμο, σαν ακόλαστη ύαινα…
Όχι, αυτήν δεν ήθελα να την ξεκάμω με πιστόλι. Όχι! Αυτήν δεν θα μπορούσα να τη σκοτώσω με σφαίρα, γιατί δεν ήταν φυσιολογικό γέννημα της γης.
Της επάτησα το στήθος με το γόνατο˙ το εσωτερικό της σκελέτωμα έτριξε, λές κ’ ήθελε να πεταχτεί με την πίεση έξω από το φλοιό του, προς το στόμα.
Μ’ εκοίταξε κατάπληκτη, αθώα, μη ξέροντας τι κακό μου είχε κάμει. Έπειτα, μόλις ένιωσε να την κυριεύει ο θάνατος, ετραύλισε με χαμόγελο:
-Μ’ εσκότωσες; Σ’ ευχαριστώ! Δε μπορούσα να ζήσω πια πάνω σ’ αυτό σας το ηλίθιο άστρο, όπου η αγάπη είναι ακάθαρτο σμίξιμο κτήνους προς κτήνος…Σ’ ευγνωμονώ…και τώρα σ’ αγαπώ…τώρα…φίλησέ μου τα μάτια μου…αγαπημένε…δύστυχο τέκνο της κακής γης σας…τώρα…που σ’ αγαπώ…φίλησέ μου τα μάτια μου…κάνε με δική σου…τα μάτια μου…αγκάλιασέ μου τα μάτια μου…πεθαίνω..
Άρχισε να λιώνει, να σβήνει, να ελαττώνεται μέσα στα χέρια μου, σα να την εμαδούσε ένας άνεμος˙ εξαϋλωνόταν και εξατμίζονταν το ένα της μέλος ύστερ’ από το άλλο˙ το κενό ανέβαινε από τα πόδια της προς τον κορμο, και την αφάνιζε.
Εγώ της έσφιγγα το λείψανό της, που όλο λιγόστευε˙ εχάθηκε το στήθος της, έπειτα τα μπράτσα της, έπειτα ο λαιμός της, το κεφάλι, τα χείλη της έσβησαν κι αυτά˙ τελευταία εξαερώθηκαν τα μάτια της, τα υπεράνθρωπα και παρθένα της μάτια, που μόνο εγώ, τη στιγμή του θανάτου των, τα είχα απολαύσει στη γη.
Όταν άδειασε το κρεβάτι από όλο το σώμα της, είδα στα χέρια μου τα μάτια της-αχ, δεν είχαν φύγει αυτά! Είχαν μείνει τα μάτια της πιστά στο κορμί μου και με ατένιζαν μ’ ένα ζωντανό βλέμμα ερωτευμένης γυναικός.
Τα επήρα τρέμοντας, τα εφύλαξα σαν άγια κειμήλια, σαν ιερά πτώματα από όραση. Γιατί αυτά θα με οδηγήσουν. Όταν θα απολυμάνω τον εαυτό μου από τον γήινο ρύπο του, τότε, σαν άστρα μου, τα μάτια της θα μου δείξουν το δρόμο να πάω να την εύρω. Και θα πάω να την εύρω στη μακρινή της πατρίδα, στην ευγενική της πατρίδα, στην αγνή της πατρίδα-Εκεί!
…………………………………………………………..
Οι ένορκοι τον αθώωσαν.
(ΤΕΛΟΣ)
|