|
Διαβάστε επίσης την Ατζέντα της Ημέρας:
Τον Σεπτέμβριο του 1974 ο Μιχάλης Κακογιάννης ταξίδεψε στην Κύπρο,τον τόπο καταγωγής του,προκειμένου να γυρίσει ένα ντοκιμαντέρ σχετικά με την εισβολή των Τούρκων.Ήταν μια προσωπική προσπάθεια, «χωρίς προκατασκευασμένες ιδέες, χωρίς συγκεκριμένο πρόγραμμα• πήγα χωρίς να έχω σκεφθεί τίποτε» είπε ο σκηνοθέτης έναν χρόνο αργότερα σε συνέντευξη του.
Το οδοιπορικό του Κακογιάννη είχε ως αποτέλεσμα τον «Αττίλα 74»,μια μνημειώδη καταγραφή της κατάστασης στην Κύπρο μετά το πραξικόπημα εναντίον του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου και την τουρκική εισβολή.Ο σκηνοθέτης δούλεψε τόσο με πολιτικά στελέχη όσο και με τον λαό της χώρας.Απέσπασε μια μεγάλη συνέντευξη από τον Μακάριο,μίλησε με τον μετέπειτα ιδρυτή του κόμματος Δημοκρατικός Αγώνας Γλαύκο Κληρίδη και τον Νίκο Σαμψών που έμεινε στην Ιστορία επειδή ανέλαβε δοτός «πρόεδρος» της Κύπρου κατά το πραξικόπημα εναντίον του Μακαρίου.Μίλησε με ανθρώπους της ΕΟΚΑ-Β αλλά και με τον απλό λαό που κατέθεσε μαρτυρίες για την τραγωδία που έπληξε την ελληνική κοινότητα του νησιού,δηλαδή περί το 82% του πληθυσμού της Κύπρου.
«Πέρα από καθετί, η ταινία μου είναι ένα ανθρώπινο ντοκουμέντο» συνεχίζει στην ίδια συνέντευξη ο Κακογιάννης.Πραγματικά ο φακός του σκηνοθέτη (διευθυντής φωτογραφίας ο Σάκης Μανιάτης) καταγράφει τις άθλιες συνθήκες ζωής στους προσφυγικούς καταυλισμούς (αγρότισσες ζουν σε σκηνές ανάμεσα σε κότες,εκδιωγμένες από τα σπίτια τους), το παράπονο ενός 15χρονου κοριτσιού που βιάστηκε από τους Τούρκους εισβολείς,εξαγριωμένους νέους από τη σύγχυση και την αβεβαιότητα για το αν ζει ή όχι κάποιο μέλος της οικογένειάς τους που χάθηκε στη ζώνη κατοχής.Η αποκορύφωση του δράματος στον «Αττίλα 74» φαίνεται στο χωρίς μεταβατικό στάδιο «πέρασμα» των Ελληνοκυπρίων από μια καλή ζωή στο καθεστώς του «πρόσφυγα μέσα στην ίδια τους τη χώρα»,τη στιγμή που κάποτε διέθεταν υψηλότερο επίπεδο ζωής συγκριτικά με εκείνο των Ελλήνων,πόσο μάλλον των Τούρκων.
Η απουσία των συνεντεύξεων από Τουρκοκυπρίους δεν ήταν ευθύνη του Κακογιάννη.«Αρνήθηκαν» λέει στην ίδια συνέντευξη ο σκηνοθέτης.«Όταν βρισκόμουν εκεί κανείς Τουρκοκύπριος δεν μπορούσε να περάσει τη "γραμμή του Αττίλα".Στον Νότο, όπου ζουν πάντα πολλές χιλιάδες Τουρκοκύπριοι,οι περισσότεροι φοβούνταν να μιλήσουν.Μόνο ένας δήμαρχος εξομολογήθηκε πως ήθελε να ζήσει και να πεθάνει στο χωριό του».
Βασίλης Αρβανίτης ή πως υπερβαίνεται το εθνικό
του Μανώλη Βαρδή || www.democracycrisis.com
Μιλήσαμε χθες για τον Στρατή Μυριβήλη. Δείτε λοιπόν (ή ξαναθυμηθείτε) επεισόδιο της ιστορίας του για τον Βασίλη Αρβανίτη (σε αγκύλες οι δικές μου περιλήψεις).
[το πρωτοπαλίκαρο ο Ζαχαριάς, ο φόβος και τρόμος του χωριού, είχε μία μέρα όλη την ταβέρνα δική του με την παρέα του. Ο Βασίλης όμως, αμούστακος ακόμα, τολμά να μπει και να παραγγείλει. Ο Ζαχαριάς τον εμπαίζει και τον διώχνει αποκαλώντας τον «τσογλάνι». Ο Βασίλης προσβάλλεται και φεύγει λέγοντας «Τσογλάνι, δεν είμαι, βρε Ζαχαριά. Αυτόν το λόγο πούπες , να τον γράψεις. Μία μέρα θα σου τον ξεπλερώσω»]
Μέσα στην ίδια βδομάδα μας τον εσκότωσαν οι Τούρκοι τον Ζαχαριά….Γιατί οι συχωριανοί μας οι Τούρκοι τον είχανε στο στομάχι το Ζαχαριά, που ήταν το πρωτοπαλίκαρο του χωριού κι’ έφερνε κοντραμπάντο γκράδες από το Ελληνικό….Πολύ τους πόνεσε τούτο το φονικό τους Χριστιανούς…Όλοι μας το ξέραμε πως ο Σαμπρής [ο Τούρκος δολοφόνος], που περνούσε για χριστιανομάχος ανάμεσα στους Τούρκους, το μουρμούριξε μία βραδιά πως θα του την φέρει…-Δεν ξέρουμε, δεν είδαμε, λέγαν οι δικοί μας, -Μπάκμαντιμ, γκιέρμεντιμ! λέγανε και οι Τούρκοι, και σήκωναν υποκριτικά τα χέρια…..Οι Τούρκοι ξεθαρρεύτηκαν, άρχισαν να κοροϊδεύουν κιόλας. Όμως κανείς δεν τον πείραξε το Σαμπρή και κανένας δεν πιάστηκε για φονιάς….
Την άλλη μέρα, πάει ο Βασίλης και βρίσκει το τουρκί στο περιβόλι του να ποτίζει τις ντομάτες
-Γειά χαρά, βρε Σαμπρή!
-Χόχ γκελντίν, Βασίλ! Βγάζει την ταμπακιέρα ο δικός μας [ αρχίζουν να καπνίζουν και να μιλούν για άσχετα θέματα] Ύστερα δεν έχουν πια τίποτ’ άλλο να πουν. Μόνο περιμένουν αυτό που τους γράφει η ώρα. Ξαφνικά, ο Βασίλης σηκώνει το φρύδι, φυσά σιγανά τον καπνό. Πετά το τσιγάρο στο χώμα, το πατά δύο φορές. Ρωτά ήσυχα, έτσι σαν παράπονο;
-Γιατί, βρε Σαμπρή, τόνε σκότωσες το Ζαχαριά; Ο Τούρκος πετά κι’ αυτός το τσιγάρο, ακουμπά τα χέρια στο στυλιάρι της τσάπας.
-Άιντε, μπρε μωρό μ’, λείψε, μη με βάζεις σε μπελά! Ο Βασίλης τραβά την κάμα, την καρφώνει τέσσερις φορές σταυρωτά στα στήθια του Σαμπρή!..Ο Βασίλης σκουπίζει προσεκτικά το μαχαίρι στο βρακί του Τούρκου. Το βάζει στο ζουνάρι…..έτσι, που έχει απλωμένο το χέρι, πιάνει στην τύχη ένα αχλάδι. Το κόβει μηχανικά, το μασσάει από γύρω-γύρω, χωρίς να βιάζεται. Ύστερα, πετά το κοτσάνι στο σκοτωμένο και φεύγει [Χαράς ευαγγέλια για τους χριστιανούς του χωριού. Ήλθαν πάλι οι Τούρκοι αστυνόμοι και ανακριτές, αλλά μήτε είδα, μήτε ξέρω. Την Κυριακή, η Δημογεροντία φωνάζει τον Βασίλη στην εκκλησιά, τον κερνά και του δίνει χρήματα από το παγκάρι για να διαφύγει, αφού σίγουρα οι Τούρκοι θα του έστηναν καρτέρι]
Τούβαλαν στο χέρι το μαντήλι. Ο Βασίλης το κοίταξε, ύστερα ήσυχα ακούμπησε το κομπόδεμα στο δίσκο. Χαμήλωσε τα μάτια και είπε:
-Σπολλάτη σας, αφεντάδες!...Όμως, λάθος έχετε. Εγώ δε σκότωσα το Σαμπρή για να πάρω πίσω το αίμα του Ζαχαριά.
Οι προεστοί απόμειναν.
-Αμ γιατί τόνε σκότωσες;
-Γιατί…Έ…,να! Δε μ’ αφήκε να σκοτώσω εγώ το Ζαχαριά. Μ’ έβρισε εκείνος «τσογλάνι» τότες….Τόταξα να του το πλερώσω. Τον είχα γράψει για μένα το Ζαχαριά. Μου τόνε πήρε ο Σαμπρής. Γι’ αυτό πήγα και τον σκότωσα.
(πηγή: Ρένου Ηρακλή και Στάντη Αποστολίδη, Ανθολογία. Το Διήγημα, Τα Νέα Ελληνικά, Αθήναι, 11η έκδοση, σσ. 381-384)
|